Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Λεξιλογικά – Ετυμολογικά (2)

Η ετυμολογία αποτελεί σκέλος επιστημονικό της ιστορικής γλωσσολογίας. Πρόκειται για κλάδο απαιτητικό μια που έχει να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει αντικειμενικές και ευνόητες δυσκολίες. Σε επίπεδο χρήσης, ωστόσο, η ετυμολόγηση ως διαδικασία κατανόησης λέξεων έχει σαφώς περιορισμένη ή και ανύπαρκτη αξιοπιστία, από τη στιγμή που ο χρήστης της γλώσσας δεν έχει την επιστημονική γνώση ώστε να αποφύγει τις παγίδες της παρετυμολόγησης. Παγίδες στις οποίες έτσι κι αλλιώς έπεσαν και πολλοί ειδικοί. Κανείς μάλιστα δεν αποκλείει το γεγονός να αναθεωρηθούν στο μέλλον κι άλλες ετυμολογήσεις λέξεων. Άλλωστε ο Κριαράς σε παλαιότερη συνέντευξή του υποστηρίζει ότι είμαστε σίγουροι ίσως μόνο για το 30% των ετύμων.

Γιατί λοιπόν στα βιβλία του γυμνασίου διδάσκεται η ετυμολογία ως ξεχωριστή ενότητα; Η απάντηση δίνεται στο σχολικό βιβλίο «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα» της Α΄ Γυμνασίου (σελ. 22): «Σκοπό έχει να βοηθήσει στην πληρέστερη κατανόηση των λέξεων της ελληνικής γλώσσας». Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά τους τρόπους με τους οποίους επιδιώκεται ο στόχος αυτός από τα βιβλία του γυμνασίου.

Ήδη σε προηγούμενο κείμενο ασχοληθήκαμε με τις ασκήσεις των βιβλίων που μέσα από την ετυμολογία, δηλαδή την «αληθινή σημασία μιας λέξης σύμφωνα με την καταγωγή της» (υποσημείωση σελ. 22), υποτάσσουν τη νεοελληνική γλώσσα στην αρχαία ελληνική υποβάλλοντας ως ανάγκη πλέον τη γνώση του αρχαιοελληνικού λεξιλογίου ως κριτηρίου επάρκειας για το νεοελληνικό λεξιλόγιο.

Αξίζει όμως σχολιασμό και το Β1 σκέλος των βιβλίων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του Γυμνασίου, όπου φιλοξενείται ένας λεξιλογικός πίνακας χωρισμένος σε τρεις στήλες. Στην πρώτη στήλη περιλαμβάνονται λέξεις (απλές και σύνθετες) της Αρχαίας ελληνικής, στην τρίτη στήλη λέξεις της Νέας ελληνικής και στη μεσαία, και πιο ενδιαφέρουσα, λέξεις που απαντούν και στις δύο φάσεις της γλώσσας.

Ένα πρώτο σχόλιο: Η παρουσίαση του πίνακα δίνει την εντύπωση μιας γλώσσας χωρίς διαλέκτους και γεωγραφικούς προσδιορισμούς, χωρισμένη σε τρεις άχρονες και ανιστορικές περιόδους από τις οποίες η δεύτερη μοιάζει να είναι λίγο… σχιζοφρενική!

Ένα δεύτερο σχόλιο: ο λεξιλογικός αυτός πίνακας παρουσιάζει τη λέξη απομονωμένη από οποιοδήποτε γλωσσικό περιβάλλον, πράγμα που αναγκαστικά οδηγεί στην παρεξήγηση ότι η ομοιότητα των λέξεων έχει κυρίως να κάνει με την ομοιότητα στη μορφή τους ή αν θέλετε ότι η ομοιότητα στη μορφή αποτελεί το βασικό (μπορεί και το μόνο;) κριτήριο για να ανακαλύψει κανείς την «αληθινή(;)» (βλ. σημ. με αστερίσκο στη σελ. 22 του βιβλίου της Α΄ γυμνασίου) σημασία μιας λέξης! Αν μάλιστα προσθέσουμε και την ομοιότητα(;) στον ήχο των λέξεων, η παρεξήγηση μπορεί να αγγίξει τα όρια του γελοίου.

Το τρίτο σχόλιο έχει να κάνει με την πρωτόγνωρη σύζευξη αρχαίου και νέου λεξιλογίου στη μεσαία στήλη του πίνακα. Πρόκειται για τη στήλη με τις περισσότερες διευκρινίσεις και τις περισσότερες παρενθέσεις, αφού δίνει κάθε τόσο ερμηνεύματα για να ξεπεράσει την αναντιστοιχία των αρχαίων σημασιών προς τις σημερινές.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: τι προσφέρει τελικά στη γλωσσική εκπαίδευση των παιδιών όλη αυτή η πληθωρική παρουσίαση λέξεων; Μάλλον τίποτα, εκτός από την καλλιέργεια της ιδεοληψίας περί ενιαίας γλώσσας. Αλλά και κάτι ακόμη: εξοικειώνει τους μαθητές με μια παρακινδυνευμένη και άστοχη τις περισσότερες φορές τακτική να προσεγγίζουν κάθε άγνωστη σ’ αυτούς νεοελληνική λέξη, αφενός απομονωμένη από το γλωσσικό της περιβάλλον και αφετέρου με χρήση μόνο κριτηρίων μορφολογίας και φωνολογίας. Ωθεί μ’ άλλα λόγια τους μαθητές να παλεύουν να ανακαλύψουν τις παλαιότερες μορφές της λέξης, για να καταλήξουν στη σημασία της. Κι αυτό, χωρίς να έχουν την επάρκεια για κάτι τέτοιο (ποιος την έχει άλλωστε) κι έτσι να καταλήγουν πολλές φορές σε κωμικά αποτελέσματα τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και σε επίπεδο σημασίας.

Η επιμονή, λοιπόν, των βιβλίων του γυμνασίου να συνδέουν διαρκώς το νεοελληνικό λεξιλόγιο με το αρχαιοελληνικό δίνει την εντύπωση μιας μόνιμης λεξιλογικής ανεπάρκειας των μαθητών. Επιπλέον υποβάλλει την ιδέα ότι το λεξιλόγιο της γλώσσας τους αντικατοπτρίζει έναν κόσμο που δεν τον γνωρίζουν, όχι γιατί αυτός είναι πλέον ανύπαρκτος αλλά γιατί αυτά δεν έχουν την ικανότητα να τον δουν!
Ίσως αν αποδεχόμασταν μια απλή επιστημονική διαπίστωση σαν αυτή που ακολουθεί δεν θα χάναμε το δάσος μπροστά στο δέντρο:

Τι μεταδίδει η γλώσσα; Το σύνολο της εμπειρίας μας από τη μη γλωσσική πραγματικότητα (τουλάχιστον δυνάμει) στο βαθμό που την έχουμε κοινή με τους άλλους χρήστες της γλώσσας μας. Αναλύοντας αυτή την επικοινωνία η σύγχρονη γλωσσολογία ανακάλυψε ότι οι γλώσσες δεν κατατέμνουν αυτή τη μη γλωσσική πραγματικότητα με όμοιο τρόπο, ότι οι γλώσσες δεν αποτελούν μόνο ένα και το αυτό αμετάβλητο εκτύπωμα μιας αμετάβλητης πραγματικότητας, που τη βλέπουν με τον ίδιο τρόπο όλες οι γλώσσες. Με λίγα λόγια, ότι οι γλώσσες δεν είναι καθολικοί κατάλογοι λέξεων.

George Mounin, Κλειδιά για τη Γλωσσολογία (ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988, σελ. 77)


Σωτήρης Γκαρμπούνης
Βασίλης Συμεωνίδης

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Ιδεολογική επιλογή (Κώστας Aγγελάκος)

Σχέση βασισμένη σε μια παρωχημένη μορφή διδασκαλίας, η οποία βομβαρδίζει τους μαθητές με γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα, ασύνδετα και απόμακρα από το αρχαίο κείμενο. Μια φορμαλιστική διδασκαλία, που δεν συνομιλεί με τη νεοελληνική γλώσσα αλλά, αντίθετα, προκαλεί περισσότερη γλωσσική σύγχυση στους μαθητές. Μια μονόδρομη διδασκαλία που αντιμετωπίζει την αρχαία σκέψη και τις ιδέες της ως μαυσωλείο κανόνων. Με σχολικά βιβλία δήθεν διαθεματικά (!), τα οποία περιέχουν κείμενα που δεν μπορεί να προσεγγίσει ένας απόφοιτος των φιλοσοφικών σχολών. Με διδάσκοντες είτε ανεπαρκώς προετοιμασμένους στα πανεπιστήμια για μια σύγχρονη διδασκαλία του μαθήματος είτε καθηλωμένους στη λογική μιας γραμματικοσυντακτικής αποστήθισης. Δεν είναι τυχαίο που δεν έχει γίνει ούτε επιτράπηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο καμία έρευνα για την 20ετή σχεδόν δουλοπρεπή εφαρμογή αυτής της μηχανιστικής και αντιπαιδαγωγικής διδασκαλίας. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιδεολογική επιλογή, συνυφασμένη με τη λογική του σημερινού σχολείου της πλήξης και της έλλειψης δημιουργικότητας, με στόχο την παιδαγωγική και πνευματική χειραγώγηση των μαθητών, αλλά και την ολοκληρωτική αποξένωσή τους από τις «επικίνδυνες» ιδέες των αρχαίων κειμένων, μέσω της καλλιέργειας μιας απέχθειας για την αρχαιογνωσία.


Κώστας Aγγελάκος,
επίκουρος καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του περιοδικού «Νέα Παιδεία»
δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 08-11-09 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_08/11/2009_336472)

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

η συζήτηση για τα αρχαία ελληνικά πάλι στην επικαιρότητα

Αναζωπυρώθηκε πάλι η συζήτηση γύρω από τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αφορμή υπήρξε η δημόσια πρόταση του Ε. Κριαρά προς τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου για κατάργηση του σχετικού μαθήματος στο γυμνάσιο. Πρόκειται για μια πρόταση που ακούγεται για πρώτη φορά με τόση επισημότητα μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια εφαρμογής της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στις τάξεις του γυμνασίου. Η εμβληματική φυσιογνωμία του μεγάλου δασκάλου κατέστησε το ζήτημα επιτέλους επίκαιρο.

Δυστυχώς η συζήτηση μέχρι τώρα δεν αφορούσε την αναγκαιότητα του μαθήματος αλλά τους τρόπους διδασκαλίας του ώστε να γίνει γοητευτικό στους μαθητές. Μ’ άλλα λόγια όλοι, φιλόλογοι, μαθητές και γονείς θεωρούσαν αυτονόητη την αξία του. Και πώς αλλιώς, αφού υποτίθεται πως αποτέλεσε και αποτελεί το φάρμακο για τη σύγχρονη γλωσσική ασθένεια που δεν είναι άλλη από τη «λεξιπενία». Βέβαια όσοι υποστήριξαν την επιστροφή των αρχαίων στο γυμνάσιο δεν μας εξήγησαν ακόμα, μετά από είκοσι χρόνια συστηματικής διδασκαλίας, γιατί εξακολουθούν οι ίδιοι να παραπονιούνται για «λεξιπενία» των νέων.

Ας είμαστε ειλικρινείς: η διδασκαλία του συγκεκριμένου μαθήματος εξυπηρετεί μόνο εθνοκεντρικά κι εθνικιστικά ιδεολογήματα και δεν αφορά καθόλου τη γλωσσική εκπαίδευση των νέων ούτε βέβαια συμβάλλει στη γνώση του αρχαίου κόσμου.

Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο καθιερώθηκε χωρίς κανένα επιστημονικό – γλωσσολογικό έρεισμα. Αυτός είναι και ο λόγος που κανένας δεν μπορεί να υπερασπιστεί τη διδασκαλία τους χωρίς ιδεολογήματα, τα οποία όμως δεν αντέχουν σε καμιά σοβαρή κριτική. Ένα τέτοιο που πλέον η άρνησή του θεωρείται ιεροσυλία είναι αυτό που υποστηρίζει την ενιαία ελληνική γλώσσα. Χωρίς καμία επιστημονική βάση, δηλαδή, θεωρούμε ότι ο φυσικός ομιλητής της νέας ελληνικής έχει ανάγκη τη γνώση της αρχαίας ελληνικής για να μιλήσει «σωστά»(;). Επίσης η απομάκρυνση από λόγιους και αρχαιοπρεπείς τύπους θεωρείται λάθος που απειλεί την υπόσταση της ελληνικής και επομένως ναρκοθετεί τα θεμέλια του έθνους! Η εξέλιξη ταυτίζεται με τον εκφυλισμό και την αλλοίωση της γλώσσας. Ρόλος λοιπόν των αρχαίων στο γυμνάσιο είναι η πρόληψη μιας τέτοιας εξέλιξης.

Οι παρεξηγήσεις, οι ιδεοληψίες, τα φοβικά συμπλέγματα και οι μύθοι που επέβαλαν τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής είναι πολλοί και φυσικά γίνονται πιο εύκολα πιστευτοί σε τρυφερές ηλικίες όπως αυτές του γυμνασίου. Ετοιμάζουμε έτσι γενιές επιρρεπείς στο νεοκαθαρευουσιανισμό, μονίμως ανασφαλείς για τη γλωσσική τους επάρκεια, με συμπλέγματα κατωτερότητας, όχι μόνο απέναντι στην αρχαία ελληνική αλλά κυρίως απέναντι στους «επαϊοντες». Μια άσκηση πειθαρχίας και φορμαλισμού.
Κι αν κάποτε η στάση έναντι της γλώσσας είχε πολιτική ταυτότητα, σήμερα ο νεοκαθαρευουσιανισμός και τα ιδεολογήματά του έχουν διεμβολίσει όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους. Αυτό ίσως εξηγεί και τη διστακτικότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η πρόταση Κριαρά από τον πρωθυπουργό.

Από μόνη της βέβαια η κατάργηση των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο δεν αποτελεί βήμα διόρθωσης της γλωσσικής εκπαίδευσης. Πρέπει να συνοδευτεί και από σημαντικές αλλαγές στο μάθημα της νέας ελληνικής, ώστε οι μαθητές να αισθανθούν ότι κατέχουν μια ανεξάρτητη και επαρκή γλώσσα που πολυδιάστατα μπορούν να καλλιεργήσουν. Δεν θα την αποκτήσουν, απλώς θα την κατακτήσουν. Και σ’ αυτό θα συμβάλλουν βέβαια δόκιμες μεταφράσεις διαφορετικών ειδών της αρχαίας γραμματείας για μια κριτική προσέγγιση του αρχαίου κόσμου. Ενός κόσμου που τώρα στρεβλώνεται στη συνείδηση των μαθητών, αφού ταυτίζεται με τη μίζερη διδασκαλία γραμματικοσυντακτικών φαινομένων.


Σωτήρης Γκαρμπούνης
Βασίλης Συμεωνίδης

το κείμενο δημοσιεύτηκε στον τοπικό τύπο (ΧΡΟΝΙΚΑ της Δράμας, 10 Νοεμβρίου 2009)

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

νεοελληνική γραμματική και συντακτικό για το σχολείο

Η αναγκαιότητα σύγχρονων βιβλίων αναφοράς για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας είναι αδιαμφισβήτητη, γιατί εκεί καθορίζεται η επίσημη νόρμα της γλώσσας που καθορίζει τη διδασκαλία της.

Στην ιστοσελίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου έχουν αναρτηθεί ολοκληρωμένες δύο προτάσεις σχολικών εγχειριδίων γραμματικής, για την Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού (των Φιλιππάκη-Warburton, Γεωργιαφέντη, Κοτζόγλου, Λουκά) και για το Γυμνάσιο (των Χατζησαββίδη Σ. και Χατζησαββίδου Αθ.). Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι εμπεριέχουν κεφάλαιο για τη σύνταξη. Αυτό είναι πράγματι θετικό, γιατί ενοποιούνται έτσι τα βιβλία αναφοράς.

Ωστόσο τα βιβλία δε μοιράστηκαν στους μαθητές. Ίσως καλώς, εφόσον θα πρέπει πρώτα να γίνουν αντικείμενο κριτικής από γλωσσολόγους, παιδαγωγούς και εκπαιδευτικούς. Και κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για δύο τουλάχιστον λόγους:


Καταρχάς επειδή η σημασία τέτοιων βιβλίων αναφοράς ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του σχολείου. Κυρίως όμως γιατί η σημασία σύγχρονων βιβλίων γραμματικής-συντακτικού της νεοελληνικής γλώσσας είναι καθοριστική και για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής, επειδή καθορίζει ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των δύο γλωσσών.

Να σταθούμε σε δύο σημεία. Το πρώτο αναφέρεται στην ανάγκη οι νέες γραμματικές να καταγράφουν την κοινή νεοελληνική και μόνο την κοινή νεοελληνική. Σε διαφορετική περίπτωση μάλλον αντιλαμβάνονται την αρχαία ως γλώσσα πρότυπο.

Στο 75ο τεύχος του περιοδικού Φιλόλογος (Άνοιξη 1994) ο Χρίστος Τσολάκης παρουσιάζει δύο έρευνες για την «πολυμορφία στο ρήμα της κοινής νεοελληνικής». Ανάμεσα στα άλλα, για την πρώτη έρευνα επισημαίνει ότι «στόχος ήταν να καταγράψει την ποικιλία τύπων του ρήματος κατά πόλεις, κατά σχολικές τάξεις, κατά ηλικίες μαθητών, και να αναζητήσει ανάμεσα σ’ αυτούς τον ενιαίο (επικρατέστερο) ρηματικό τύπο, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί και τύπος της ευρύτερης γλωσσικής κοινότητας στην οποία ανήκουν τα σχολεία. Γιατί μόνο με βάση την αντικειμενική περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας θα ήταν δυνατόν να ληφθούν αποφάσεις σχετικές με την πορεία και με τη διδασκαλία της γλώσσας: προετοιμασία διδακτικού υλικού, συγγραφή σχολικών εγχειριδίων, γραμματικών κτλ.». Αυτή η αντικειμενική περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας μπορεί να γίνει η βάση που θα «βρίσκεται μακριά από ατομισμούς, αρχαϊσμούς, ιδιωματισμούς».

Με αφετηρία τις προηγούμενες διαπιστώσεις και την παράμετρο που αφορά τη χρήση της ελληνικής από τους μαθητές κρίναμε (εδώ, εδώ και εδώ) εστιασμένα τις νέες σχολικές γραμματικές. Έτσι, για παράδειγμα, θεωρούμε ότι η λέξη «πλείστος» δεν αποτελεί τύπο της κοινής νεοελληνικής και γι’ αυτό κακώς περιλαμβάνεται σε μια νεοελληνική γραμματική. Η νεοελληνική γλώσσα έχει για τον υπερθετικό του «πολύς» τον περιφραστικό σχηματισμό «πάρα πολύς» και δεν είναι ανάγκη να υποδείξουμε ως επιλογή τον αρχαίο - λόγιο τύπο «πλείστος». Επιπλέον, κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να δημιουργήσει τραγελαφικά γλωσσικά αποτελέσματα. Μ’ άλλα λόγια δεν υπάρχει ανάγκη να υποτάξουμε τη ΝΕ γλώσσα στην ΑΕ, από τη στιγμή που έχει αβίαστα αντικαταστήσει με άλλη μορφή τον συγκεκριμένο υπερθετικό βαθμό.

Φυσικά η χρήση των λόγιων τύπων είναι μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει λόγος να αποσιωπηθεί. Ωστόσο, μια σύγχρονη γραμματική θα μπορούσε να τους καταχωρίσει σε ανάλογη προς τη χρήση τους θέση. Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι τα λόγια στοιχεία που διασώζονται στη νεοελληνική είτε είναι ενταγμένα σε αυτήν, είτε αποτελούν απολιθώματα, μπορούν να παρατίθενται σε υποσημειώσεις ή σε παράρτημα και όχι στο κύριο μέρος. Μ’ έναν τέτοιο τρόπο, από τη μια μεριά, δεν υποβάλλουμε στους φυσικούς ομιλητές τη χρήση αυτών των στοιχείων και από την άλλη τους διευκολύνουμε να αναγνωρίσουν αυτούς τους τύπους όταν τους συναντούν. Έτσι η Γραμματική επιβεβαιώνει σαφέστερα τον περιγραφικό ρόλο που οφείλει να έχει και συνάμα αναδεικνύει την αυτοτέλεια της κοινής νεοελληνικής. Επίσης αποδεσμεύει διακριτικά τους φυσικούς ομιλητές από λόγιες χρήσεις που λειτουργούν επιβραδυντικά στην καθιέρωση μορφών της ΝΕ.

Δεύτερο σημαντικό σημείο αφορά την ορολογία με την οποία θα περιγράφονται τα γλωσσικά φαινόμενα στις νέες γραμματικές-συντακτικά. Στο πρόλογο της Γραμματική της ελληνικής γλώσσας των Holton, D. Mackridge, P. Φιλιππάκη-Warburton, Ειρ. (Πατάκης 1998) σημειώνονται τα ακόλουθα: «Προσπαθήσαμε όσο το δυνατόν περισσότερο να χρησιμοποιήσουμε παραδοσιακούς γραμματικούς όρους, όπου υπήρχαν, και καταφύγαμε σε όρους από τη σύγχρονη γλωσσολογική επιστήμη μόνο όταν για ένα συγκεκριμένο γλωσσικό φαινόμενο δεν υπήρχε αντίστοιχος όρος στην παραδοσιακή ορολογία, ή στις περιπτώσεις όπου ο παραδοσιακός όρος τείνει να παρουσιάζει με εσφαλμένο τρόπο το φαινόμενο για την περιγραφή του οποίου χρησιμοποιείται. […] Στην πραγματικότητα βρεθήκαμε υποχρεωμένοι να αναθεωρήσουμε την ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για την περιγραφή της Ελληνικής, μεγάλο μέρος της οποίας βασίστηκε στις περιγραφές της Αρχαίας Ελληνικής από αρχαίους γραμματικούς – γι’ αυτό και κάποιοι όροι δεν είναι κατάλληλοι για την περιγραφή της σύγχρονης γλώσσας».

Η χρήση της ορολογίας που αφορά την αρχαία ελληνική σε πολλές περιπτώσεις είναι ανεπαρκής και δημιουργεί την εντύπωση υποταγής της νεοελληνικής στους κανόνες και τις δομές της αρχαίας. Κάτι τέτοιο προφανώς είναι στρεβλό και αμφισβητεί αντιεπιστημονικά την αυτάρκεια της νεοελληνικής.

Εκείνο που θα μπορούσε να γίνει είναι η σύνταξη μιας γραμματικής-συντακτικού από έναν φορέα, όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. Η ευθύνη είναι μεγάλη για να βαραίνει μεμονωμένα πρόσωπα. Το παράδειγμα του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη δείχνει ότι μια τέτοια προσπάθεια μπορεί να μας δώσει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα συνεργασίας πολλών επιστημόνων. Η ύπαρξη μιας τέτοιας γραμματικής-συντακτικού μπορεί να βοηθήσει στη σύνταξη και σχολικών εγχειριδίων που δε θα αντιφάσκουν μεταξύ τους.


Βασίλης Συμεωνίδης
Σωτήρης Γκαρμπούνης