Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Αρχαία ελληνικά στην Α΄ γυμνάσιου: Ένα μάθημα συνεχίζει να… απολογείται! (σελίδα 9)

Στο προηγούμενο κείμενο είδαμε πως το μάθημα των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο έχει ανάγκη να απολογηθεί πριν ξεκινήσει η διδασκαλία του. Γι’ αυτό καταφεύγει στην πρόταξη ιδεολογημάτων που θα δώσουν το άλλοθι για τη διδασκαλία του και θα πειθαναγκάσουν τους 12χρονους μαθητές να αποδεχτούν σιωπηρά την «αυτονόητη» αναγκαιότητά του.

Το πρώτο ιδεολόγημα (σελ. 8) αφορούσε, λοιπόν, την πίστη ότι η ελληνική γλώσσα είναι ενιαία. Το δεύτερο (σελ. 9) αφορά τη σχέση της ελληνικής με τις άλλες, κυρίως ευρωπαϊκές, γλώσσες. Ο στόχος είναι προφανής: η ελληνική γλώσσα είναι η μήτρα των ευρωπαϊκών γλωσσών.

Γράφει στο βιβλίο: «Η αρχαία ελληνική (μέσω και της λατινικής στην περίπτωση των γαλλικών, των ισπανικών, των ιταλικών και των ρουμανικών) προσέφερε λέξεις και ρίζες λέξεων σε όλες τις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες:»

Είναι χαρακτηριστική η χρήση του ρήματος «προσέφερε»: προσδιορίζει μια ηγεμονική σχέση της ελληνικής με τις άλλες γλώσσες. Η ελληνική παρουσιάζεται σαν μια αρχετυπική γλωσσική μήτρα, ιδιαίτερα γαλαντόμα που έξω από κάθε ιστορικό πλαίσιο «προσέφερε», εξαιτίας – προφανώς – μιας εγγενούς υπεροχής, λέξεις και ρίζες ώστε να πλουτίσουν(;) και οι άλλες γλώσσες! Είναι φανερό πως αυτό εισπράττεται γρήγορα από τα παιδιά, μια που η αντίδρασή τους εκφράζεται στην αφοριστική πρόταση που ακούγεται από κάποιους μαθητές: «εμείς τελικά τους τα δώσαμε όλα!». Η κατήχηση κι εδώ πέτυχε!

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από τη γνωστή ομιλία του Ξ. Ζολώτα στο ΔΝΤ το 1957

«... Our critical problems such as the numismatic plethora generate some agony and melancholy. This phenomenon is characteristic of our epoch. But, to my thesis, we have the dynamism to program therapeutic practices as a prophylaxis from chaos and catastrophe. In parallel, a panethnic unhypocritical economic synergy and harmonization in a democratic climate is basic...»

και η ερώτηση (κρίσεως μάλιστα!): «Ποιος, κατά τη γνώμη σας(!), είναι ο σκοπός του ομιλητή;».

Όσον αφορά το ίδιο το απόσπασμα του αείμνηστου Έλληνα οικονομολόγου, πρέπει να πούμε ότι και αυτό δίνεται στους 12χρονους μαθητές αποκομμένο από κάθε ιστορικό πλαίσιο που εμπεριείχε τις αιτίες οι οποίες οδήγησαν τον καθηγητή να παρουσιάσει αυτό το εντυπωσιοθηρικό ευφυολόγημα στη διεθνή οικονομική ελίτ. Και οι αιτίες, βέβαια, ήταν εξωγλωσσικές, μια που σχετίζονταν με την προσπάθεια της μετακατοχικής και κυρίως μετεμφυλιοπολεμικής Ελλάδας για διεθνή παρουσία και αναγνώριση. (Από τον Ν. Σαραντάκο μπορείτε να βρείτε μια αναλυτική κριτική παρουσίαση της ομιλίας εδώ.)

Επίσης αφήνεται να εννοηθεί από τα παιδιά πως αυτό το κείμενο μπορεί να γίνει κατανοητό από κάθε αγγλόφωνο. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει και με ευκολία θα μπορούσε κανείς να το ελέγξει, αν το δώσει σε κάποιον γνωστό ή φίλο που έχει μητρική του την αγγλική γλώσσα. Επιπλέον, πολλές από τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο αείμνηστος καθηγητής δεν περιλαμβάνονται ούτε στην ακαδημαϊκή εκδοχή της αγγλικής και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ούτε από τους κατά τεκμήριο μορφωμένους χρήστες της αγγλικής γλώσσας.

Χωρίς ίχνος, λοιπόν, από τις παραπάνω διευκρινίσεις καλούνται τα παιδιά να εκφράσουν γνώμη για το σκοπό του ομιλητή! Η χειραγωγούμενη «γνώμη τους» καταλήγει σε ερμηνείες που καμία δεν ξεφεύγει από την ιδεολογική αυταπάτη της υπεροχής των ελληνικών και της πρωτοκαθεδρίας τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια των γλωσσών. Μάλιστα, έτσι, βιώνουν έντονα και την… «αδικία» (λόγω συνομωσίας άραγε;) για την περιθωριοποίηση της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με τις ευρωπαϊκές και εμπεδώνουν ακόμη περισσότερο την αναγκαιότητα να ανεχτούν τη διδασκαλία αυτού του μαθήματος για να διασωθεί η αυτονόητη υπεροχή της.

Η σελ. 9 κλείνει με την παράθεση της εξής παραγράφου:
«Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η ανίχνευση λέξεων που χρησιμοποιούμε στη Νέα Ελληνική και θεωρούνται δάνεια από ξένες, ενώ στην πραγματικότητα είναι ελληνικές που… ταξίδεψαν και επέστρεψαν στον τόπο τους. Πρόκειται για αντιδάνεια, όπως λ.χ. η λ. «καναπές» < γαλλ.canapé < λατ. conopeum < ελλ. κωνωπεῖον, η λ. «πέναλτι» < μεσαιων. λατ. poenalis < λατ. poena < ελλ. ποινή.»

Αξίζει να προσέξουμε τη φρασεολογία που χρησιμοποιεί το βιβλίο: «… θεωρούνται δάνεια από ξένες, ενώ στην πραγματικότητα είναι ελληνικές λέξεις…»


Μπαίνουμε στον πειρασμό να συνεχίσουμε για λίγο και ψάξουμε στα λεξικά. Βρίσκουμε για την ετυμολογία της λέξης πέναλτι
1. στο Λεξικό κοινής νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών ΑΠΘ (1998): [αγγλ. penalty (αρχική σημ.: `τιμωρία΄)• ηχηροπ. του αρχικού [p > b] αναλ. προς αρσ. και θηλ. με παρόμοια εναλλ.: πιστόλα - μπιστόλα]
και
2. στο Λεξικό νέας ελληνικής γλώσσας (Μπαμπινιώτη), Κέντρο Λεξικολογίας (β΄ έκδοση 2002):
ΣΧΟΛΙΟ λ. αντιδάνειο. [ΕΤΥΜ. Αντιδάν. < αγγλ. penalty «ποινή. τιμωρία» < μεσν. λατ. poenalitas < λατ. poena < αρχ. ποινή]

Παρατήρηση 1η: τα δύο λεξικά δε συμφωνούν. Ο Μπαμπινιώτης γράφει για αντιδάνειο το ΛΚΝ όχι.
Παρατήρηση 2η: το σχολικό βιβλίο αποσιωπά την αγγλική λέξη penalty (που σημειώνουν και τα δύο λεξικά). Στο ζήτημα των αντιδανείων θα επανέρθουμε... ή όπως θα φώναζαν στο γήπεδο: «μπέναλτι ρέεεεεε!»

Σωτήρης Γκαρμπούνης
Βασίλης Συμεωνίδης


Το κείμενο αναφέρεται στο βιβλίο των Ν. Μπεζεντάκου, Αμφιλόχιου Παπαθωμά, Ευαγγελίας Λουτριανάκη και Βασίλειου Χαραλαμπάκη, Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, Α΄ Γυμνασίου, Αθήνα: ΟΕΔΒ, 2008. Χρησιμοποιείται σαν εγχειρίδιο διδασκαλίας από το 2006-07

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Αρχαία ελληνικά στην Α΄ γυμνάσιου: Ένα μάθημα… απολογείται! (σελίδα 8)

Αγωνία και ανασφάλεια χαρακτηρίζουν τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο γυμνάσιο, κυρίως για τα παιδιά της Α΄ γυμνασίου που για πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με το μάθημα. Οποιαδήποτε αποτυχία στη διδασκαλία χρεώνεται συνήθως στους μαθητές που «δυστυχώς» δεν κατανοούν όχι μόνο το μεγαλείο της γλώσσας αλλά κυρίως την αυτονόητη χρησιμότητά της στην καθημερινή τους ζωή και στην ευρύτερη καλλιέργειά τους.

Επειδή λοιπόν καμία λογική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, ώστε να πειστούν οι μαθητές για την αναγκαιότητα του μαθήματος, το μάθημα στρέφεται από την πρώτη στιγμή στην κατήχηση με σκοπό να διαμορφώσει μια δογματική πίστη και όχι μια λογική πεποίθηση για την αναγκαιότητα του. Είναι νομίζω το μόνο μάθημα που διδάσκεται στο ελληνικό σχολείο που απολογείται για την αναγκαιότητά του και επιδιώκει να προκαταλάβει διδάσκοντες και κυρίως διδασκόμενους για τις αντιρρήσεις που θα φέρουν και τη ματαιότητα που θα αισθανθούν κατά τη διδασκαλία.

Έτσι, στην Α΄ Γυμνασίου, στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών, αρχίζει το μάθημα με ένα βομβαρδισμό ιδεολογημάτων με στόχο να προλάβει την αγανάκτηση των παιδιών για όσα θα ακολουθήσουν και να μεταφέρει πάνω τους όλες τις ενοχές και ευθύνες για τις ανυπέρβλητες συχνά δυσκολίες που θα αντιμετωπίζουν στο μάθημα αυτό τα επόμενα χρόνια.

Στη σελ. 8, λοιπόν, το βιβλίο της Α΄ Γυμνασίου ξεκινά με τα παρακάτω:

Ας δούμε πώς αρθρώνεται το πρώτο ιδεολόγημα:

1. «Η συγγένεια της Αρχαίας και της Νέας Ελληνικής είναι σαφής, αρκεί να δούμε πόσες λέξεις καταλήξεις, σημασίες κ.ά. της αρχαίας γλώσσας επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας ή πόσες φράσεις αρχαίες και αρχαιοπρεπείς λόγιες χρησιμοποιούνται σήμερα στον γραπτό ή προφορικό λόγο της Νέας Ελληνικής».

Πρώτη προτεραιότητα, απ’ ότι φαίνεται, η καλλιέργεια της πίστης ότι η Ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Από τη στιγμή που τα παιδιά μπορούν να εντοπίσουν τόσες(!) φράσεις κοινές, είναι σίγουρο(!) πως θα προσεγγίσουν όχι άλλη αλλά τη δική τους(;) γλώσσα. Εμμονή και επιμονή στις ομοιότητες• ενώ αντίθετα, η πρώτη ματιά από τους μαθητές θα εντοπίσει γρήγορα και αποτελεσματικά πρώτα τις διαφορές. Αυτές όμως υπονομεύουν την αντίληψη για το ενιαίο της ελληνικής γλώσσας και την αναγκαιότητα του μαθήματος. Γι’ αυτό και το βιβλίο προσπαθεί όχι μόνο να καθοδηγήσει αλλά να χειραγωγήσει τη μαθητική ματιά, ώστε να προλάβει τις υπονομευτικές διαπιστώσεις.

Σιγά - σιγά βέβαια αποκαλύπτονται οι φράσεις που δεν καταλαβαίνουν ή δεν έχουν καν ακούσει πολλοί μαθητές, όπως «πυξ λαξ», «μη μου άπτου», «έπεα πτερόεντα», «ευ ζην», «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού». Ωστόσο, η αφοριστική τοποθέτηση της εισαγωγής («Η συγγένεια της Αρχαίας και της Νέας Ελληνικής είναι σαφής, αρκεί να δούμε πόσες λέξεις καταλήξεις, σημασίες κ.ά. της αρχαίας γλώσσας επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας») απαγορεύει να εκφράσουν με παρρησία την «αδυναμία» τους. Για να το λέει το βιβλίο και ο καθηγητής έτσι θα είναι. Εκβιαστικά και σιωπηρά μεταθέτουν το πρόβλημα στους ίδιους και επιβεβαιώνουν τη λεξιπενία από την οποία τους είπαν ότι πάσχουν. Επομένως, για να τη θεραπεύσουν πρέπει να πιστέψουν δογματικά στη μαγική δύναμη της διδασκαλίας των αρχαίων «γιατί είναι η γλώσσα τους». Η ενοχή τροφοδοτεί την πίστη τους. Η κατήχηση πέτυχε!

2. «…πόσες φράσεις αρχαίες και αρχαιοπρεπείς λόγιες…»:

Τι να σημαίνει άραγε για τα παιδιά των 12 ετών η φράση «αρχαιοπρεπείς λόγιες»; Οι διευκρινίσεις που πιθανότατα θα δοθούν οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η αρχαία ελληνική είναι γλώσσα πρότυπο και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε από τους μορφωμένους για την κατασκευή νεότερων λέξεων. Μ’ αυτόν τον τρόπο προστάτεψαν(;) τη γλώσσα από τις ξένες λέξεις και διέσωσαν(!) την εθνική ταυτότητα. Τέτοιοι συλλογισμοί επενδύουν μόνο στο θυμικό και είναι σαφές ότι εξυπηρετούν την καλλιέργεια φοβικών συνδρόμων με σκοπό τον πειθαναγκασμό των μικρών μαθητών.

3. «Στο προοίμιο της Οδύσσειας απαντούν λέξεις που χρησιμοποιούνται και στη Νέα Ελληνική με τη σημασία: Μούσα, πολύς, ιερός, άνθρωπος, πόντος, ψυχή, εταίρος, νόστος, αυτός, θεά».

Άλλο ένα επιχείρημα που υποτίθεται αποδεικνύει το ενιαίο της ελληνικής. Ωστόσο είναι φανερό πως αποκρύβει το ουσιώδες, δηλαδή, ότι αν τα παιδιά των 12 ετών διαβάσουν το προοίμιο δεν θα καταλάβουν απολύτως τίποτα. Έτσι θα ακυρωνόταν και η υποτιθέμενη απόδειξη ότι οι λέξεις αυτές δείχνουν ότι πρόκειται για την ίδια γλώσσα. Αρκεί άραγε ένας αυθαίρετος συσχετισμός ξεκάρφωτων κοινών λέξεων για να αποδειχθεί η συγγένεια μεταξύ δύο γλωσσών; Αν ναι, τότε πρέπει να αναζητήσουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο της ίδιας τάξεως συγγένεια και με άλλες γλώσσες. Λέξεις με την ίδια σημασία στ’ αγγλικά είναι το σούπερ μάρκετ, πάρκινγκ, κ.α. στα γαλλικά το ασανσέρ, στα τούρκικα το γιαπί, κτλ. Αν δηλαδή ένας μαθητής διαβάσει τη φράση: «μπαμπά, άναψε το τζάκι», (την οποία μάλιστα καταλαβαίνει) της οποίας οι δύο από τις τέσσερις λέξεις είναι τουρκικές, αυτό σημαίνει ότι ξέρει τουρκικά; ή ότι, σύμφωνα με τη λογική του βιβλίου, υπάρχει συγγένεια μεταξύ των δύο γλωσσών;

Στην ηλικία αυτή τα παιδιά δεν μπορούν να αντισταθούν στις κατηχητικές διδασκαλίες ούτε πολύ περισσότερο να ελέγξουν κριτικά τις αποδείξεις που τους παρουσιάζουν. Μόνο ενοχές προκαλούν τέτοιες προσεγγίσεις για τη γλωσσική τους ικανότητα, ώστε να πειθαναγκάζονται να υποταχθούν στις απαιτήσεις ενός μαθήματος που αποδεικνύει το ίδιο το προοίμιό του πως είναι μόνο ιδεολογικές.


Σωτήρης Γκαρμπούνης
Βασίλης Συμεωνίδης
Το κείμενο αναφέρεται στο βιβλίο των Ν. Μπεζεντάκου, Αμφιλόχιου Παπαθωμά, Ευαγγελίας Λουτριανάκη και Βασίλειου Χαραλαμπάκη, Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, Α΄ Γυμνασίου, Αθήνα: ΟΕΔΒ, 2008. Χρησιμοποιείται σαν εγχειρίδιο διδασκαλίας από το 2006-07