Μολονότι συγκεκριμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά συνδέονται συνήθως με την εθνική ταυτότητα, ιδιαίτερα η γλώσσα, η θρησκεία, ο εθνοτισμός, η ιστορία και η παράδοση, δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά ούτε και αντικειμενικά κριτήρια που να μπορούν να καθιερώσουν το πού και το πότε υπάρχει ένα έθνος.
Η γλώσσα συχνά θεωρείται πως είναι το πλέον ξεκάθαρο σύμβολο εθνικής ταυτότητας. Μια γλώσσα ενσωματώνει ξεχωριστές στάσεις, αξίες και τρόπους έκφρασης, που δημιουργούν μια αίσθηση οικειότητας και ένα αίσθημα «του ανήκειν». Ο γερμανικός εθνικισμός, παραδείγματος χάριν, παραδοσιακά στηρίχτηκε στην αίσθηση πολιτισμικής ενότητας, που αντανακλάται στην καθαρότητα και την επιβίωση της γερμανικής γλώσσας. Τα έθνη είναι επίσης πολύ ευαίσθητα σε οποιαδήποτε προσπάθεια διάλυσης ή απειλής της γλώσσα τους. Για παράδειγμα, η γλώσσα είναι εκείνο που κατά βάση διαιρεί τους γαλλόφωνους κατοίκους του Κεμπέκ από τον υπόλοιπο αγγλόφωνο Καναδά, ενώ και ο ουαλικός εθνικισμός στηρίζεται κυρίως στην έντονη προσπάθεια διατήρησης ή αναβίωσης της ουαλικής γλώσσας. Παράλληλα, υπάρχουν λαοί που μοιράζονται την ίδια γλώσσα, χωρίς όμως να έχουν κάποια αίσθηση κοινής εθνικής ταυτότητας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των Αμερικάνων, των Αυστραλών και των Νεοζηλανδών, που μπορεί να έχουν τα αγγλικά για μητρική γλώσσα, σε καμιά όμως περίπτωση δεν θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη του «αγγλικού έθνους». Άλλα έθνη απολαμβάνουν ένα συγκεκριμένο μέτρο εθνικής ενότητας, χωρίς όμως να έχουν κάποια εθνική γλώσσα, όπως στην περίπτωση της Ελβετίας, όπου λόγω της απουσίας ελβετικής γλώσσας, ομιλούνται τρεις γλώσσες: τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.
Andrew Heywood,
Πολιτικές Ιδεολογίες, Θεσσαλονίκη 2007, επίκεντρο, σελ. 293-294