Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

πολιτισμικά προβλήματα και γλώσσα στο τέλος του 19ου και στην αρχή του 20ου αιώνα (Νίκος Σβορώνος)

Το κίνημα του δημοτικισμού γίνεται το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής πνευματικής ζωής ως το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και προκαλεί ως τις μέρες μας ζωηρό ενδιαφέρον. Το όνομα του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), διαπρεπή γλωσσολόγου, φιλόλογου και συγγραφέα κατεξοχή μαχητικού, συνδέεται ιδιαίτερα με το κίνημα αυτό. Η έκδοση στα 1888 του βιβλίου του «Το ταξίδι μου», όπου εκθέτει σε ζωντανή γλώσσα τη νέα διδασκαλία με επιστημοσύνη, δύναμη και σαφήνεια, παρουσιάζεται ως μανιφέστο κι επιβάλλει το συγγραφέα ως αρχηγό. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει η οικοδόμηση ενός πεζού λόγου βασισμένου στη λαϊκή γλώσσα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κι άλλες προσωπικότητες είχαν διατυπώσει πριν απ’ τον Ψυχάρη την ίδια διδασκαλία κι ότι το έργο του σοφού γλωσσολόγου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεωργίου Χατζηδάκι (1848-1941), μ’ όλο που ο ίδιος έγινε στην πράξη ο μεγαλύτερος αντίπαλος του δημοτικισμού, είναι αφιερωμένο στη μελέτη της λαϊκής γλώσσας και παρέχει τα στερεότερα επιστημονικά επιχειρήματα για την οριστική της νίκη.

Το κίνημα του δημοτικισμού, συλλογικό έργο πολλών γενιών και με χαρακτήρα γνήσια ελληνικό, ενώνει απ’ την αρχή όλες τις ανανεωτικές δυνάμεις και περικλείνει δυνάμει όλες τις τάσεις, τις συχνά αντιτιθέμενες, συντηρητικές ή επαναστατικές, της νεοελληνικής σκέψης, που θ' αποδεσμευτούν προοδευτικά για ν’ ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο. Σημείο εκκίνησης μένει πάντα το εθνικό πρόβλημα. Ό Ψυχάρης ταυτίζει την πάλη για την πατρίδα με την πάλη για τη γλώσσα. Μια γενιά, αισθανόμενη πικρά την ταπείνωση τής Ελλάδας, κυρίως μετά τη γελοία περιπέτεια του 1897, κι έχοντας συνείδηση των ευθυνών της, προσπαθεί να διαλύσει τη φενάκη της «Μεγάλης Ιδέας» και να την υποκαταστήσει μ' ένα υγιή πατριωτισμό, κριτικό και δημιουργικό. Η προσπάθεια αυτή προχωρεί παράλληλα με την εθνική ορμή, που εκδηλώθηκε στη διάρκεια των απελευθερωτικών πολέμων του 1912-1914. Η κορυφαία προσωπικότητα είναι εδώ ο ποιητής Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943• το σπουδαιότερο μέρος του έργου του τοποθετείται μεταξύ 1886 και 1920), που ξαναπαίρνοντας τη σολωμική παράδοση, κοιτάζει κατά μέτωπο την εθνική αλήθεια και μεταφράζοντας την κίνηση της ελληνικής ψυχής, κατορθώνει να υψωθεί σε πανανθρώπινη θεώρηση. Γύρω απ’ τον Παλαμά συγκεντρώνεται μια ολόκληρη σχολή ποιητών, πεζογράφων και στοχαστών απ’ αυτούς ξεχωρίζει η ισχυρή μορφή του Άγγελου Σικελιανού (1884 - 1951). Το έργο του επιστέφει τις προσπάθειες μιας ολόκληρης περιόδου νεοελληνικής ιστορίας. Με τις αισθησιακές και υπαρξιακές του πηγές, θρεμένες με μια θρησκευτική ευαισθησία που πάλλει στην επαφή μ’ όλες τις δοξασίες, απ’ το βουδδισμό ως το χριστιανικό μυστικισμό, συγχωνευμένες στη λάμψη των ελληνικών μυστηρίων και της ελληνικής τραγωδίας, με την πίστη του στα πεπρωμένα του λαού του, όπως τα διαισθάνεται στους εθνικούς και κοινωνικούς του αγώνες και στη συνεχή αντίσταση του ως την τελευταία κατοχή, με την πίστη του στην ανθρωπότητα, ο ποιητής πραγματοποιεί τη σύνθεση που απαιτεί η εποχή του.

Η πρακτική δραστηριότητα του κινήματος του δημοτικισμού εκδηλώνεται με τη δημιουργία της εταιρείας «Εθνική γλώσσα» το 1905, του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» το 1910 και της «Φοιτητικής Συντροφιάς», που με το σύνθημα «εθνική γλώσσα κι εθνική εκπαίδευση», παίρνουν μέρος στην αναθεωρητική κίνηση του Βενιζέλου κι επιβάλλουν τη μεταρύθμιση του 1917, που θεμελιώνει τη στοιχειώδη εκπαίδευση στην ομιλούμενη γλώσσα. Είναι μια νίκη, όχι όμως ολοκληρωμένη. Το πρόβλημα λύνεται για τη λογοτεχνία, αλλ’ η «καθαρεύουσα» μένει ακόμα το επίσημο όργανο του κράτους και της μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης.


Νίκος Σβορώνος, 1985, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα, σελ. 133 - 135

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Η γλώσσα όχι ως μέσο, αλλά ως εμπόδιο (Σπύρος Α. Μοσχονάς)

Δεν είναι ασυνήθιστο η πολιτική της αφομοίωσης των μεταναστών να συνδυάζεται με πρακτικές γλωσσικού αποκλεισμού. Όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες για να δώσουν άδεια παραμονής ή ιθαγένεια απαιτούν επάρκεια στη γλώσσα της χώρας υποδοχής: από 4 στις 14 (ποσοστό 29%) το 2002, οι χώρες αυτές έφτασαν τις 11 στις 18 (61%) το 2007 και τις 20 στις 27 (74%) το 2008 (πηγή: ALTE). Ορισμένες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Λεττονία, Ολλανδία, Σουηδία) απαιτούν πιστοποίηση της γλωσσικής επάρκειας για είσοδο των μεταναστών στη χώρα. Για μόνιμη διαμονή ή για την απόκτηση ιθαγένειας το επίπεδο γλωσσομάθειας που θεωρείται επαρκές ποικίλλει. Χρησιμοποιώντας την κλίμακα του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς (επίπεδα Α1, Α2, Β1, Β2, C1, C2), σχετικά χαμηλή γλωσσομάθεια απαιτείται σε χώρες όπως η Ελλάδα (επίπεδο Α2) και υψηλή σε χώρες όπως η Πολωνία και η Δανία (επίπεδο C2). Σε ελάχιστες χώρες δεν είναι απαραίτητη η γλωσσική επάρκεια• ανάμεσά τους και η Κύπρος.

Προφανώς, η θέσπιση προαπαιτουμένου γλωσσομάθειας σε τόσο πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι τυχαία. Συνιστά πολιτική κατεύθυνση με στόχο τον περιορισμό του αριθμού των μεταναστών και δικαίως κρίνεται υπό αυτή την οπτική στην επιστημονική βιβλιογραφία.
[...]

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι για την απόδοση της ιθαγένειας λαμβάνεται υπόψη κάθε εναλλακτικός τρόπος πιστοποίησης της ελληνομάθειας: φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, εξετάσεις του ΙΔΕΚΕ ή του ΚΕΓ, μαθήματα σε ανεξάρτητους οργανισμούς, προσωπική εμπειρία, αυτοδιδασκαλία, ικανότητα επικοινωνίας – και ότι όλα αυτά προσμετρώνται κατά την προφορική εξέταση ενώπιον της Επιτροπής Πολιτογράφησης. Και έστω ότι για την άδεια μόνιμης διαμονής παύει πλέον να είναι απαραίτητη η πιστοποίηση της γλωσσομάθειας• αρκεί ένα αποδεικτικό ότι ο ενδιαφερόμενος παρακολούθησε τόσες ώρες ελληνικής γλώσσας στα ΚΕΕ, εφόσον η γλωσσομάθειά του δεν πιστοποιείται με άλλον τρόπο. Σπάει έτσι ο ενδιάμεσος κρίκος στην αλυσίδα εκπαίδευση-πιστοποίηση-πολιτογράφηση.

Μία τέτοια κίνηση μόνο ευεργετικές επιπτώσεις θα είχε. Πρώτον, θα απελευθέρωνε την εκπαίδευση των μεταναστών από τις εξετάσεις – όπως περίπου θεωρείται αυτονόητο και για την εκπαίδευση των ελληνόφωνων. Το ίδιο το υπουργείο Παιδείας διακηρύσσει άλλωστε ότι «η Διά Βίου Μάθηση είναι ενεργός, συνεχής, αλλά επ’ ουδενί εξαναγκαστική διαδικασία». Θα χρειαζόταν βέβαια να πολλαπλασιαστούν και να αναβαθμιστούν τα κέντρα διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας• με περισσότερα τμήματα, νέους και πρόθυμους δασκάλους, τάξεις όλων των επιπέδων που να απευθύνονται σε σπουδαστές καθένας από τους οποίους έχει διαφορετικές ανάγκες γραμματισμού και επικοινωνίας. Ποιος όμως φοβάται μιαν εκπαίδευση απαλλαγμένη από τον φόβο του αποκλεισμού;

Δεύτερον, η ίδια η προοπτική της ένταξης θα έδινε στους μετανάστες ένα πολύ ισχυρό κίνητρο να μάθουν ελληνικά. Αλλά στο ζήτημα αυτό το πιο δύσκολο είναι ν’ αλλάξουμε τις ιδεολογικές μας συνήθειες. Συνηθίσαμε να θεωρούμε τη γλώσσα προαπαιτούμενο της ένταξης, ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο: η απρόσκοπτη ένταξη των μεταναστών θα ήταν το ισχυρότερο κίνητρο για την ενίσχυση της ελληνομάθειάς τους.

Σπύρος Α. Μοσχονάς
Καθημερινή, 7/2/2010, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_07/02/2010_389531