Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Εξετάζοντας Αρχαία Ελληνικά στην Κατεύθυνση

Ο τρόπος με τον οποίο κατά κανόνα ανταποκρίνονται οι υποψήφιοι της Θεωρητικής κατεύθυνσης στο αδίδακτο αρχαίο ελληνικό κείμενο μας προσφέρει μιας πρώτης τάξεως  ευκαιρία για αναστοχασμό. Πολλοί μαθητές μεταφράζουν μηχανικά το αρχαίο κείμενο στα Νέα Ελληνικά. Το κείμενο της μετάφρασής τους – ανεξάρτητα από την πιστότητα της απόδοσης - δεν έχει καν νόημα, ενώ διατυπώνεται σε νεοελληνικό λόγο χαμηλής ποιότητας.
Η κύρια αιτία , κατά τη γνώμη μου, είναι ότι οι μαθητές ακόμη κι αν έχουν επαρκείς γνώσεις των δομών  της αρχαίας και της νέας ελληνικής, έχουν συνηθίσει να επιδιώκουν την «ακριβή» απόδοση του αρχαιοελληνικού λόγου, στην οποία επιδιώκουν  να αποτυπώνονται κατά κύριο λόγο οι συντακτικές σχέσεις του πρωτοτύπου ερήμην της κατανόησης του νοήματος και σε βάρος της φυσικής μεταφοράς στη σύγχρονη γλώσσα. Εννοείται ότι οι ανεπάρκειες της διδακτικής πρακτικής του αρχαιογλωσσικού μαθήματος (στις οποίες, εκτός από τα σχεδόν αυτονόητα, συμπεριλαμβάνεται και η υποτίμηση της συστηματικής ενασχόλησης με τις δυσχέρειες της μεταφοράς από τον αρχαίο στον νεοελληνικό λόγο) βαραίνουν στο τελικό αποτέλεσμα, αλλά αυτό είναι άλλης τάξεως θέμα, στο οποίο αποφεύγω να εστιάσω σε αυτή την πρόταση.
Μια διαφορετική λοιπόν νοοτροπία διδασκαλίας του αρχαιογλωσσικού  μαθήματος, θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε ένα εξεταστικό κριτήριο στο οποίο εκτός από τις συνήθεις γραμματικές και συντακτικές ασκήσεις (που θα μπορούσαν να στραφούν περισσότερο σε μετασχηματισμούς και αναδιατυπώσεις, με διερεύνηση πιθανώς κάποιων σημασιολογικών διαφοροποιήσεων), θα δέσποζαν ερωτήσεις κατανόησης περιεχομένου και θα προηγείτο απαραιτήτως ένα μικρό και κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα. Η μετάφραση θα μπορούσε να λείπει ή να περιοριστεί στην απόδοση μιας χαρακτηριστικής φράσης του πρωτοτύπου σε φυσικό νεοελληνικό λόγο.

Παραδείγματος χάριν για το κείμενο του Θουκυδίδη που δόθηκε φέτος:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Λίγο πριν αποπλεύσει ο αθηναϊκός στόλος για τη  Σικελία (415 πΧ), συνέβη στην Αθήνα μια ιερόσυλη πράξη που από πολλούς θεωρήθηκε κακός οιωνός για την τύχη της εκστρατείας: μέσα σε μια νύχτα καταστράφηκαν οι προτομές του Ερμή που ήταν τοποθετημένες στην αγορά και στα σταυροδρόμια των Αθηνών. Οι υποψίες στράφηκαν στον Αλκιβιάδη, τον εμπνευστή και εκ των στρατηγών της εκστρατείας. Πώς και γιατί μας εξηγεί ο Θουκυδίδης στο κείμενο που ακολουθεί.

Ερωτήσεις κατανόησης κειμένου

1.       Σε ποια στοιχεία στηρίχθηκε η κατηγορία εναντίον του Αλκιβιάδη;
2.    Ποιοι πρωτοστάτησαν στην διαμόρφωση των κατηγοριών εναντίον του Αλκιβιάδη; Με ποιο κίνητρο;
3.      Ποια η άποψη του Θουκυδίδη για την αλήθεια των κατηγοριών; Αξιοποιήστε το κείμενο για να εξαγάγετε τα συμπεράσματά σας.

Απόδοση

Να αποδώσετε σε φυσικό νεοελληνικό λόγο την ακόλουθη φράση του κειμένου: «ο μάλιστα τ λκιβιάδ χθόμενοι μποδν ντι σφίσι μ ατος το δήμου βεβαίως προεστάναι, κα νομίσαντες, ε ατν ξελάσειαν, πρτοι ν εναι, μεγάλυνον κα βόων ς π δήμου καταλύσει τά τε μυστικ κα τν ρμν περικοπ γένοιτο»

Αυτός ο τρόπος προσέγγισης του αρχαίου κειμένου υποδεικνύει ότι το συνολικό αίτημα  που διατυπώθηκε με  το «νέο» πρόγραμμα σπουδών της Α Λυκείου, είναι  πολύ ουσιαστικό και η επαναφορά της κυριαρχίας της μετάφρασης δεν συμβάλλει στην αναζωογόνηση του μαθήματος.

Π.Ν.ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Εκπαιδευτικός 6ου ΓΕΛ Νέας Ιωνίας

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Αλφαβήτα στις 29-5-2013

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976 (απόσπασμα)


Το 1993 άρχισε να χρησιμοποιείται στο γυμνάσιο μια νέα σειρά σχολικών εγχειριδίων, με τον τίτλο Η ελληνική γλώσσα μέσα από κείμενα αρχαία, βυζαντινά και λόγια. Τα εν λόγω βιβλία δε δίδασκαν συστηματικά τα αρχαία ελληνικά· αντί γι’ αυτό εισήγαν τους μαθητές σε προηγούμενα στάδια της γλώσσας τους, μεταξύ άλλων και στην καθαρεύουσα του 19ου αιώνα. Αυτές οι πολύ διαφορετικές ποικιλίες ελληνικών τσουβαλιάζονταν όλες μαζί κάτω από τον τίτλο «τα παλιότερα ελληνικά μας». Τα βιβλία προσέφεραν στους μαθητές ένα «πασάλειμμα» αρχαιοελληνικού λεξιλογίου και αρχαιοελληνικής γραμματικής, το οποίο υποτίθεται ότι αρκούσε για την ανάγνωση και την επαρκή κατανόηση των σχετικών αποσπασμάτων. Σύμφωνα με έναν από τους συντονιστές της εν λόγω πολιτικής, απώτερος σκοπός ήταν να μπορέσουν οι μαθητές «να αποκτήσουν οι μαθητές μια τέτοια ευαισθησία και καλλιέργεια που θα τους επιτρέψει να φθάσουν σε μια ουσιαστικότερη και, κατά συνέπεια, αποτελεσματικότερη χρήση της Νέας Ελληνικής».

Από το 1993, το περιεχόμενο και το σημείο εστίασης των βιβλίων διδασκαλίας των «παλιότερων ελληνικών» στο γυμνάσιο άλλαξε σταδιακά, και στις μέρες μας τα αντίστοιχα βιβλία φέρουν πλέον τον τίτλο Αρχαία Ελληνική Γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά, βασικό στόχος της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο είναι, ακόμη και σήμερα, να αποκτήσουν οι μαθητές  μεγαλύτερη γνώση της ελληνικής συνολικά, με την ελπίδα πως αυτό θα βελτιώσει την εκ μέρους τους χρήση της νεοελληνικής.

Στην επιχειρηματολογία υπέρ της υποχρεωτικής διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής βλέπουμε να ανακυκλώνονται οι απόψεις του Κοραή και του Χατζιδάκι. Πλήθος μεταφορές – πολλές από τις οποίες μάλλον παραπλανητικές – έχουν χρησιμοποιηθεί στο διάβα των αιώνων όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στη νεοελληνική και την αρχαία ελληνική γλώσσα, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς σύμφωνα με την οποία η αρχαία ελληνική είναι η τροφός της νέας ελληνικής. Ωστόσο, η ανθεκτικότερη μεταφορά των τελευταίων ετών είναι εκείνη που κάνει λόγο για «ρίζες». Η νεοελληνική γλώσσα παρομοιάζεται με δέντρο του οποίου οι ρίζες είναι η αρχαία ελληνική και το ποίο θα μαραθεί και θα πεθάνει αν αποκοπεί από αυτές. Η παραπάνω άποψη είναι απότοκο μιας ευρέως διαδεδομένης άποψης στην Ελλάδα σύμφωνα με την οποία η ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει απλώς χάρη στη ζωντανή σύγχρονη χρήση της, αλλά διαμέσου του ιστορικού της παρελθόντος.

Peter Mackridge, Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976, Πατάκης, Αθήνα 2013, σελ. 403-404

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Ενδογλωσσική ανισοτιμία


[…]
            Υποτίθεται ότι ύστερα από τη μεταδικτατορική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ΄70, το γλωσσικό μας ζήτημα βρήκε την οριστική του λύση προς όφελος της δημοτικής. Η λύση όμως αυτή παραμένει μερική και μάλλον τυπική, αν συνυπολογιστούν οι αυξανόμενες (μέσα στη δεκαετία του ΄80 και στη δεκαετία του ΄90) καταγγελίες για την ανεπάρκεια της ομιλούμενης γλώσσας, η πενία της οποίας προτείνεται να θεραπευθεί με έμμεση έστω αναγωγή της στην αρχαία ελληνική γλώσσα και στις νεότερες λόγιες παραλλαγές της.
Συμπέρασμα πρώτο και πρόχειρο: σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την ελληνική γλώσσα (σε μικρότερο ίσως βαθμό και την νεοελληνική λογοτεχνία), η αντίθεση ισχύος και ασθένειας παραμένει σταθερή· το γλωσσικό παρελθόν διεκδικεί τον τίτλο του ισχυρού, ενώ το γλωσσικό παρόν εκτιμάται ως ελλειμματικό και ασθενές.
            Η καθιέρωση ανισοτιμίας ανάμεσα στην αρχαία ελληνική και στη νέα ελληνική γλώσσα ελέγχεται και στη μεταφραστική μας θεωρία και πρακτική, καθώς αμφισβητείται, απολύτως ή σχετικώς, η μεταφρασιμότητα της πρώτης στη δεύτερη – ας πούμε της ισχυρότερης στην ασθενέστερη γλώσσα.
[…]
Το τελικό πόρισμα είναι ότι: η δογματική προσήλωση στην αξιολογική προτεραιότητα της γλώσσας-πηγή (την οποία οφείλει να υπηρετήσει και να μιμηθεί κατά το δυνατόν η γλώσσα στόχος) οδηγεί σε μια θεολογία της κλασικής γλώσσας και των κλασικών κειμένων, με την έννοια ότι εδώ προϋποτίθεται ένας αρχικός και πρότυπος Λόγος, η μετάφραση του οποίου, αν δεν είναι εξ ορισμού αδύνατη, παραμένει εξ αποτελέσματος γλωσσικά εξαρτημένη και πλημμελής.
[…]
…θα περίμενε κάποιος ότι, στον τόπο μας και στις μέρες μας, η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων θα ήταν ευκολότερη και ευτυχέστερη, εξαιτίας εσωτερικής συγγένειας, ή και συνέχειας, μεταφραζόμενης και μεταφραστικής γλώσσας. Στην πραγματικότητα όμως συνέβη το αντίθετο.
            Ακριβώς επειδή, βάσει της μακραίωνης ενδογλωσσικής ιδεολογίας για την οποία μίλησα, η νεοελληνική θεωρήθηκε πενιχρό αποβλάστημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αμφισβητήθηκε και η μεταφραστική της ικανότητα, ειδικότερα ως προς τα κλασικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας. Έτσι από καλός μεταφραστικός αγωγός, η δημοτική γλώσσα αντιμετωπίστηκε ως ιδιαζόντως κακός αγωγός. Αποτέλεσμα αυτής της ενδογλωσσικής ιδεοληψίας ήταν να αναπτυχθούν στη συντηρητική μεταφραστική θεωρία και πράξη του τόπου μας δύο, συμπληρωματικές μεταξύ τους, τάσεις: η δογματικότερη απέρριπτε εξαρχής τη δυνατότητα μετάφρασης των κλασικών κειμένων στη σύγχρονη νεοελληνική· η μετριοπαθέστερη θεώρησε τη συγκεκριμένη μεταφραστική παραγωγή λύση εκπαιδευτικής και μόνον ανάγκης, επιμένοντας ότι οι νεοελληνικές μεταφράσεις κλασικών κειμένων μεταφέρουν απλώς το νόημα του πρωτοτύπου, κατά κανένα όμως τρόπο δεν αποτελούν γλωσσικό και λογοτεχνικό ισοδύναμό του. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεταφραστική αυτή υποτίμηση της νεοελληνικής περιορίστηκε στην αρχαία γλώσσα και στα αρχαία ελληνικά κείμενά της, ενώ δεν επεκτάθηκε, εμφανώς τουλάχιστον, στις νεοελληνικές μεταφράσεις και της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας.
[…]
Τέλος, προϋπόθεση για τη μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων είναι η αποκαθήλωσή τους από τη συμβατική τους σταύρωση στο εικονοστάσι της κλασικής τελετουργίας. Διαφορετικά ο μεταφραστής ενδίδει είτε στον αποτρόπαιο τρόμο είτε στην παρακλητική προσευχή.

Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ενδογλωσσική ανισοτιμία στο "Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, 1999 (Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1997).