Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Σκέψη και γλώσσα (Λεβ Βιγκότσκι)

Και πρώτα-πρώτα η ανάλυση μας οδηγεί στην διάκριση δύο επιπέδων μέσα στην ίδια την γλώσσα. Η έρευνα δείχνει ότι η εσωτερική, ή σημασιολογική νοηματική πλευρά της γλώσσας και η εξωτερική, φωνητική πλευρά της γλώσσας, παρ’ όλο που αποτελούν μια ενότητα, υπόκεινται στους δικούς τους ιδιαίτερους νόμους. Η γλωσσική ενότητα είναι μια πολύπλοκη, αλλά ανομοιογενής ενότητα. Οι εκατέρωθεν κινήσεις της σημασιολογικής και της φωνητικής πλευράς της γλώσσας διαφαίνονται σε μια σειρά συμπερασμάτων που σχετίζονται με τον τομέα της παιδικής γλωσσική εξέλιξης. Θέλουμε να επισημάνουμε μόνο τα δύο σημαντικότερα γεγονότα.
Ως γνωστόν η εξωτερική πλευρά της γλώσσας στο παιδί εξελίσσεται από την χρήση μιας λέξης στην σύναψη δύο ή τριών λέξεων, μετά στην απλή πρόταση και στην σύνδεση προτάσεων και, ακόμη αργότερα, σε σύνθετες προτάσεις και σε μια συνεκτική γλώσσα, που απαρτίζεται από μια πρόδηλη σειρά προτάσεων. Το παιδί προχωρεί λοιπόν, καθώς αυξάνεται ή κατοχή της ηχητικής πλευράς της γλώσσας, από τα μέρη στο όλο. Γνωστό είναι επίσης ότι η πρώτη λέξη του παιδιού ως προς την σημασία της αποτελεί μια μονολεκτική πρόταση. Στην εξέλιξη της σημασιολογικής πλευράς της γλώσσας το παιδί αρχίζει με το όλο, με την πρόταση, και μόλις αργότερα περνά στην κατοχή των ιδιαίτερων νοηματικών ενοτήτων, στις σημασίες των επιμέρους λέξεων, αναλύοντας τις συμπιεσμένες, εκφρασμένες με μια μονολεκτική πρόταση ιδέες του σε μια σειρά επιμέρους αλληλένδετων σημασιών λέξεων. Αν εντοπίσουμε το αρχικό και το τελικό σημείο της εξέλιξης της σημασιολογικής και της ηχητικής πλευράς της γλώσσας, μπορούμε να πεισθούμε εύκολα ότι αυτή αναπτύσσεται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Η σημασιολογική πλευρά της γλώσσας προχωρά στην εξέλιξη της από το όλο στο μέρος, από την πρόταση στην λέξη, η εξωτερική πλευρά αντίθετα από το μέρος στο όλο, από την λέξη στην πρόταση.
σ. 367-368
Συνεπώς σκέψη και λέξη δεν είναι εξ αρχής κομμένες σύμφωνα μ’ ένα δείγμα. Κατά κάποιον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι ανάμεσα τους υπάρχει μάλλον μια αντίφαση παρά μια συμφωνία. Η γλωσσική συγκρότηση δεν είναι κάποιος απλός αντικατοπτρισμός της νοητικής συγκρότησης. Η γλώσσα δεν είναι έκφραση μιας έτοιμης σκέψης. Όταν μεταβάλλεται η σκέψη σε ομιλία, διαρθρώνεται και μεταβάλλεται. Η σκέψη δεν εκφράζεται στην λέξη, αλλά επιτελείται στην λέξη. Γι’ αυτό ακριβώς οι αντιθετικές εξελίξεις της σημασιολογικής και της ηχητικής πλευράς της γλώσσας αποτελούν γνήσια ενότητα εξαιτίας ακριβώς της αντιθετικής πορείας τους.
σ. 369
 Πρέπει ακόμη να θίξουμε με λίγα λόγια τις προοπτικές που προκύπτουν από την εργασία μας. Η εργασία μας μάς φέρνει κοντά σ ένα ακόμη πιο ευρύ και βαθύτερο πρόβλημα απ’ αυτό της σκέψης, δηλαδή στο πρόβλημα της συνείδησης. Προσπαθήσαμε να ερευνήσουμε πειραματικά την σχέση της λέξης με το αντικείμενο, με την πραγματικότητα, και την διαλεκτική μετάβαση από το συναίσθημα στην σκέψη, και να αποδείξουμε ότι η πραγματικότητα αντανακλάται διαφορετικά στην σκέψη απ’ ό,τι στο συναίσθημα κι ότι το κύριο διακριτικό γνώρισμα της λέξης είναι η γενικευμένη αντανάκλαση της πραγματικότητας. Έτσι αγγίξαμε μια πλευρά της φύσης της λέξης που μπορεί να ερευνηθεί μόνο σε σχέση με το γενικότερο πρόβλημα της λέξης και της συνείδησης. Αν το συναίσθημα και η σκέψη είναι διαφορετικές διαδικασίες αντανάκλασης, τότε αποτελούν και διαφορετικούς συνειδησιακούς τύπους. Συνεπώς η σκέψη και η γλώσσα είναι κατάλληλες σαν κλειδί για την κατανόηση της φύσης της ανθρώπινης συνείδησης. Αν «η γλώσσα είναι το ίδιο παλιά όπως η συνείδηση», αν «η γλώσσα είναι η υπαρκτή πρακτική συνείδηση για τους άλλους και κατά συνέπεια και για μένα», αν «η κατάρα της ύλης... βαρύνει εξ αρχής την καθαρή συνείδηση», τότε είναι ολοφάνερο ότι όχι μόνο η σκέψη, άλλα ολόκληρη η συνείδηση στην εξέλιξη της βρίσκεται σε συνάφεια με την εξέλιξη της λέξης. Οι έρευνες δείχνουν ξανά και ξανά ότι η λέξη παίζει σημαντικό ρόλο στην συνείδηση ως ολότητα και όχι στα επιμέρους τμήματα της. Η λέξη στην συνείδηση είναι - όπως λέει ο Feuerbach - αδύνατη για κάθε ξεχωριστό άνθρωπο και δυνατή μόνο για δύο. Είναι η αμεσότερη έκφραση της ιστορικής φύσης της ανθρώπινης συνείδησης.
Η συνείδηση αντανακλάται στην λέξη όπως ο ήλιος σε μια σταγόνα νερού. Η λέξη συμπεριφέρεται προς την συνείδηση όπως ο μικρός κόσμος προς τον μεγάλο, όπως το ζωντανό κύτταρο προς τον οργανισμό, όπως το άτομο προς τον κόσμο. Η εννοηματωμένη λέξη είναι ο μικρόκοσμος της συνείδησης.
σ. 435-436
 Λεβ Βυγκότσκι, Σκέψη και γλώσσα, Γνώση, 2008


Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

για τον δημοτικισμό στον μεσοπόλεμο (Δημήτρης Τζιόβας)

Σε αυτή την περίπτωση αποφασιστική ήταν και η στάση των νέων απέναντι στο δημοτικισμό, ένα κίνημα που συνδέθηκε με τη στροφή προς τις ρίζες και την ανακάλυψη της λαϊκής παράδοσης. Μετά το 1930 παρατηρούμε είτε μια επανεκτίμηση της εθνικής συμβολής του δημοτικισμού είτε μια διεκδίκηση του από επίδοξους συνεχιστές του εθνικού ή λαϊκού του οράματος. Και μια τέτοια αντιμετώπισή του δείχνει πως οι νέοι του '30 ήταν διατεθειμένοι να συμβιβάσουν το μοντερνισμό τους με τη λαϊκιστική ελληνικότητα του δημοτικισμού και να μιλήσουν ως επίγονοι του.

Το περιοδικό Ιδέα, για παράδειγμα, προσπαθεί να προσεταιρισθεί το δημοτικισμό ευελπιστώντας να τον σώσει από την «αρπάγη» του μαρξισμού και διακηρύσσοντας δια στόματος Σπ. Μελά ότι «η επανάσταση του δημοτικισμού είναι η μόνη αληθινή επανάσταση που μπορεί να γίνει στην Ελλάδα». Ο Μελάς δεν ξεχνά βέβαια να υπογραμμίσει και τον εθνικό χαρακτήρα αυτής της επανάστασης λέγοντας τα εξής: «Ο δημοτικισμός είναι η πιο καθολική, πιο γνήσια ελληνική επανάσταση, που βγαίνει μέσα από την εθνική ψυχή κι είναι απόλυτα προσαρμοσμένη στην εθνική πραγματικότητα. Τι άλλο εκφράζει με τρόπο πιο δυνατό και πιο ανάγλυφο από το δημοτικισμό τη βαθύτατη ανάγκη της εθνικής ψυχής να βεβαιώσει τον εαυτό της, παραμερίζοντας τις πολύμορφες ψευτιές και τις πλάνες που μας σκλαβώνουν». Με το πρόσχημα του γνήσιου και ιθαγενούς κινήματος, ο δημοτικισμός προβάλλεται όχι μόνο ως αίτημα εθνικής αυτογνωσίας αλλά και ως κυματοθραύστης στον εμφιλογχεύοντα «μοντερνισμό» είτε αυτός παίρνει τη μορφή ξένων λογοτεχνικών ρευμάτων είτε αντιπροσωπεύει την απειλή του μαρξισμού.

Στη συζήτηση για την εξέλιξη και την τύχη του δημοτικισμού συμμετέχει και το Άρχειον φιλοσοφίας και Θεωρίας των επιστημών είτε διαμαρτυρόμενο για το σφετερισμό του από «πνευματικούς τυχοδιώκτες» και «κρυπτοκομμουνιστές» είτε βλέποντας το γλωσσικό ζήτημα πιο θεωρητικά με βάση την αντίθεση λογοκρατίας και ρομαντισμού. Την πρώτη τάση εκπροσωπεί ο I. Ν. Θεοδωρακόπουλος, που περιγράφει με τον ακόλουθο τρόπο την πνευματική κατάσταση της Ελλάδας:

Από το ένα μέρος οι σχολαστικοί που όσο και αν τους νομίζει κανείς νεκρούς φυτοζωούνε και θα φυτοζωούν ακόμα για καιρό, μαραίνοντας πολλούς νέους από το άλλο μέρος oι πνευματικοί αγύρτες που είναι και πολυώνυμοι, (προοδευτικοί, αριστεροί, πρωτοπόροι, διεθνικοί, συγχρονισμένοι), κι ανάμεσα σ’ αυτούς ο δυστυχισμένος ο λαός που τον τραβάει ο ένας δώθε κι ο άλλος κείθε.

Τη δεύτερη τάση εκφράζει ο Παν. Κανελλόπουλος, που προσπαθεί να δει την αντίθεση δημοτικισμού και καθαρευουσιανισμού ως αντίθεση ρομαντισμού και λογοκρατίας αντίστοιχα, τονίζοντας πως λογοκρατική είναι η πνευματική κατεύθυνση και εκείνης της πλευράς των δημοτικιστών που συνδέθηκαν με το κοινωνικό κίνημα και βλέπουν τη δημοτική γλώσσα ως αντιπολιτευτικό μέσο εναντίον της άρχουσας αστικής τάξης.

Εάν λύουν οι Μαρξισταί —γράφει ο Κανελλόπουλος— και το γλωσσικόν ζήτημα προς όφελος της δημοτικής, καταλήγουν εις την λύσιν αυτήν, ορμώμενοι επίσης εξ αρχών ορθολογιστικών, αρχών, αι οποίαι ουδεμίαν σχέσιν έχουν προς τον δημοτικισμόν, περί του οποίου επραγματεύθημεν ανωτέρω. Το πρόβλημα της δημοτικής ως προϊόντος του λαϊκού πνεύματος και ως συμβόλου της Ιστορικής του έθνους συνεχείας είναι εις αυτούς αδιάφορον.

Και σε αυτές τις γνώμες λανθάνει η επίκριση των μαρξιστών και η προβολή της εθνικής αποστολής του υγιούς δημοτικισμού, που για τους πρώτους είναι αδιάφορη ή αδιανόητη. Εξετάζοντας όμως αυτές τις απόψεις ας μην ξεχνούμε ότι οι περισσότεροι νέοι συγγραφείς αντιμετωπίζουν αυτή την εποχή μια δέσμευση. Το ότι υποστήριζαν και έγραφαν τη δημοτική τους υποχρέωνε έμμεσα να παραδεχτούν και τον εθνιστικό λαϊκισμό του δημοτικισμού νοθεύοντας το μοντερνισμό ή το ριζοσπαστισμό τους. Η διεκδίκηση μάλιστα του δημοτικισμού από τους μαρξιστές ωθούσε τους συγγραφείς της γενιάς του ‘30 να τονίζουν όλο και περισσότερο την εθνική του σημασία υποβαθμίζοντας την κοινωνική πλευρά του που εξήραν οι μαρξιστές.


Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, Αθήνα, Οδυσσέας, 2006, σ. 25-27