Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

αγανάκτηση και αγανάχτηση

Το λεξικό της κοινής νεοελληνικής καταγράφει τις λέξεις αγανακτώ, αγανακτισμένος αγανάκτηση με δύο τρόπους· και με το συμφωνικό σύμπλεγμα κτ και με το χτ. Προφανώς, η τάση της γλώσσας είναι προς το χτ· εξαιτίας των λόγιων επιδράσεων λέμε το «φυσικότερο» αγαναχτισμένος,  αλλά γράφουμε το «μαθημένο» αγανακτισμένος.
Ενδεικτικά με δυο γκουγκλιές έχουμε αποτελέσματα για περίπου 19.800 αγαναχτισμένους και περίπου 2.960.000 αγανακτισμένους (1/6/2011). Όμως, ένα τέτοιο έντονο συναίσθημα δε μπορεί παρά να είναι φυσική αγανάχτηση. Όσο παραμένει αγανάκτηση, παραμένει ελεγχόμενο από μαθημένες λόγιες επιδράσεις.


Βασίλης Συμεωνίδης
Σωτήρης Γκαρμπούνης

αγανακτώ [aγanaktó] Ρ10.9α μππ. αγανακτισμένος* & αγαναχτώ [aγanaxtó] Ρ10.11α μππ. αγαναχτισμένος* : 1.θυμώνω, δυσανασχετώ έντονα ιδίως επειδή θίγονται τα αισθήματα της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης ή του φιλότιμου: Αγανάκτησε και ξέσπασε. Αγανακτεί με την τεμπελιά και την απροθυμία των ντόπιων. Αγανάκτησε για την αδικία. 2. κάνω κπ. να θυμώσει, να δυσανασχετήσει έντονα: Με αγανάκτησε ο αφιλότιμος με την επιμονή του. 3. δυσκολεύομαι, κοπιάζω να πετύχω κτ.: Ώρες σε ψάχνω, αγανάχτησα για να σε βρω• ΣYN έκφρ. είδα κι έπαθα.
[λόγ. < αρχ. ἀγανακτῶ• μσν. αγαναχτώ < αρχ. ἀγανακτῶ με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

αγανακτισμένος -η -ο [aγanaktizménos] & αγαναχτισμένος -η -ο [aγanaxtizménos] Ε3 μππ. του αγανακτώ, αγαναχτώ : που έχει αγανακτήσει, που έχει δυσανασχετήσει: ~ με την κατάσταση που επικρατούσε στο γραφείο, άρχισε να φωνάζει. αγανακτισμένα & αγαναχτισμένα ΕΠIΡΡ με αγανάκτηση, με θυμό: Του απάντησε ~.
[-χτ-: μσν. αγανακτισμένος μππ. του αγανακτώ με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt]· -κτ-: λόγ. επίδρ.]

αγανάκτηση η [aγanáktisi] & αγανάχτηση η [aγanáxtisi] Ο33 : θυμός, έντονη δυσανασχέτηση, ιδίως αυτή που προκαλείται όταν θίγονται τα αισθήματα της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης ή του φιλότιμου: H δολοφονία προκάλεσε την ~ της κοινής γνώμης. Γενική / λαϊκή / δίκαιη ~. Με πνίγει η ~.
[λόγ. < αρχ. ἀγανάκτη(σις) -ση• μσν. αγανάχτηση < αρχ. ἀγανάκτησις με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

Τα λήμματα είναι από το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Δωρεάν στο Ίντερνετ εδώ

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Όχι μόνο συμφωνώ αλλά προσθέτω και τα εξής επιστημονικώς επιβεβαιωμένα:

Όμως, ένα τέτοιο έντονο συναίσθημα δε μπορεί παρά να είναι φυσική αγανάχτηση.
Άλλωστε η αγανάχτηση διαβάζεται και "αγαν-ΑΧΤΙ-ση

Όσο παραμένει αγανάκτηση, παραμένει ελεγχόμενο από μαθημένες λόγιες επιδράσεις.
Άλλωστε ο αγανακτισμένος διαβάζεται και "αγανα-ΚΤΙΣΜΕΝΟΣ"
Παναγιώτης

Βασίλης είπε...

γεια σου Παναγιώτη,

ακόμα και ο Μπαμπινιώτης (!) παραδέχεται την αβέβαιη ετυμολογία που παραθέτει στο λεξικό του (κάτι για άγαν + έχω, κάτι για ίσως..., κάτι για πιθανόν...). Βέβαια, αν και αβέβαιη, την παραθέτει· ίσως κάπως έτσι γεννιούνται οι ιδεοληπτικές βεβαιότητες των αβέβαιων συνειδήσεων. Για φαντάσου, ακόμα και ο μπα;

Αφού, λοιπόν, είναι έτσι τα πράγματα, δηλώνω:
α) ότι αποδέχομαι τη δική σου επιστημονική ετυμολογία
β) ότι τόσα χρόνια δε μπορούσα να αγαναχτίσω, εφόσον δεν ήξερα την ετυμολογία της λέξης :)
γ) ότι θα νιώθω άσχημα κάθε φορά που θα ξαναχρησιμοποιώ λέξη χωρίς να ξέρω - έστω - την πιθανή ετυμολογική αναγωγή της στην αρχαία αττική διάλεχτο.


υγ. άχτι < τουρκ. ahd, ahit `όρκος, υπόσχεση΄ (από τα αραβ.) -ι

Βασίλης

Βασίλης είπε...

συγνώμη:

αγαναχτήσω
αγαναχτήσω
αγαναχτήσω
:)
αλλά γιατί το παθητικό αγαναχτισμένος με ιώτα;

ουφφφφφφ... μπέρδεμα για να αγαναχτεί κανείς