Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Επισημάνσεις (Φάνης Κακριδής)

Να πώς περιγράφει την επανεισαγωγή των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο ο Φάνης Κακριδής σε διημερίδα της ΠΕΦ τον Απρίλιο του 2006.

[…] Τελικά η επανεισαγωγή δεν πραγματοποιήθηκε ούτε από τον Αντώνη Τρίτση, που κάποια στιγμή έχασε τον έλεγχο και το Υπουργείο, ούτε από τον Γιώργο Παπανδρέου που τον διαδέχτηκε. Στο δημοσιογραφικό ερώτημα Τι θα γίνει με την επαναφορά των Αρχαίων; Ο Γιώργος Παπανδρέου απαντούσε ότι δεν έχει αντίρρηση για την επαναφορά των Αρχαίων και πως πρόκειται για ειλημμένη απόφαση, χωρίς όμως να προχωρήσει στην εφαρμογή της όσα χρόνια έμεινε Υπουργός Παιδείας. Η επαναφορά έμελλε να γίνει το 1992 από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με υπουργό Παιδείας το Γιώργο Σουφλιά. Πάλι ο κλάδος - ΠΕΦ, ο Φιλόλογος της Θεσσαλονίκης, η ΟΛΜΕ - ήταν επικριτικοί, πάλι η θύραθεν αποδοκιμασία ήταν μεγάλη. Από τις φωνές που ακούστηκαν ας θυμηθούμε, για να χαλαρώσουμε, μόνο μιαν απροσδόκητη: τη φωνή της Μήδειας – εννοώ βέβαια της Μήδειας του Μπόστ – που κάποια στιγμή ως παιδαγωγός μητέρα αποφαίνεται:

Να διατί συνηγορώ τ’ αρχαία να μαθαίνουν
οι μαθηταί στα Λύκεια και στις Σχολές σαν μπαίνουν.
Με τα αρχαία τα στρωτά κάτοχος εάν είσαι
με τον καθένα θα μπορείς πια να συνεννοείσαι


Ήταν τότε πολύ της μόδας η επικοινωνιακή μέθοδος!

Πληρεξούσιος επιστημονικός σύμβουλος στην επιχείρηση Επαναφορά της γλωσσικής διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο ήταν –ποιος άλλος;- ο καθηγητής Μπαμπινιώτης, που τον καιρό εκείνο ήταν Πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, και πραγματικά θαυματούργησε. Δική του έμπνευση ήταν η διαχρονική διδασκαλία των Αρχαίων με τον τίτλο Τα παλαιότερα Ελληνικά μας, ο ίδιος επιστάτησε και στη συγγραφή των βιβλίων και στην οργάνωση της πειραματικής εφαρμογής, ουσιαστικά ο ίδιος και αξιολόγησε, θετικά βέβαια, τ’ αποτελέσματα του πειραματισμού – πρόωρα, πριν ακόμα τελειώσει η χρονιά, πριν ακόμα φτάσουν και κωδικοποιηθούν οι εκτιμήσεις των συναδέλφων που πραγματοποιούσαν τη δοκιμαστική διδασκαλία. […]Αντίστοιχα, και η απόφαση του Υπουργού να γενικέψει τη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου ανακοινώθηκε εξαιρετικά γρήγορα, κιόλας το Μάρτη του 1993.

Δεν ήταν σύμπτωση αυτή η βιασύνη. Στη σχετική συνεδρίαση του Π.Ι ο κ. Μπαμπινιώτης είχε δηλώσει ως Πρόεδρος ότι «πρέπει να κάνουμε γρήγορα γιατί μπορεί να φύγουμε και να μη γίνει τίποτα», και ακόμα, τα πραγματικά μηνύματα από τον πειραματισμό ήταν απογοητευτικά, όπως απογοητευτικά, απορριπτικά στην ουσία, ήταν και τα πορίσματα της μεταγενέστερης απόλυτα αντικειμενικής και εμπεριστατωμένης έκθεσης των συναδέλφων Κυριών και Κυρίων Ανδρικοπούλου, Ζουμάρα, Κατεμή, Κωνσταντακοπούλου, Μυτιληναίου, Μπαρδάκου, Μπαρδάνη, Παπαγεωργίου και Χρονοπούλου, που είχαν πάρει μέρος στον πειραματισμό και με επιστημονική ακρίβεια και τεκμηρίωση συνόψισαν τα συμπεράσματά τους το 1995 στο 20ο Σεμινάριο της ΠΕΦ.
Έτσι κι αλλιώς το μάθημα, όπως είχε προταθεί και διαμορφωθεί, ήταν ψευδεπίγραφο. Από τη μια αποκήρυττε την αυτόνομη διδασκαλία των γραμματικοσυντακτικών φαινομένων, από την άλλη την καθιστούσε πιεστικά απαραίτητη. Από τη μια υποσχόταν τη διαχρονική διδασκαλία της γλώσσας κι από την άλλη δεν παρουσίαζε παρά μια σειρά από γλωσσικά παραπλήσια κείμενα, όπου σαν από θαύμα σε όλα ταίριαζε και διδασκόταν η γραμματική της αττικής διαλέκτου, έτσι ώστε το μόνο διαχρονικό συμπέρασμα να είναι ότι οι αιώνες περνούν, ο αττικισμός μένει! Είχε δίκιο η μαθητριούλα Βαρβάρα Στέλλα, που τον Αύγουστο του '95 μού έλεγε ότι φέτος θα κάνουμε τ΄ Αρχαία στην καθαρεύουσα, και το ίδιο σωστό θα ήταν να έλεγε φέτος θα κάνουμε την καθαρεύουσα στ΄ Αρχαία.


Φάνης Κακριδής

4 σχόλια:

as eon είπε...

Τον Ιούνιο είχε πέσει στα χέρια μου το «Σεμινάριο 20» της ΠΕΦ με θέμα «η γλωσσική κατάρτιση των μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση» (εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1999).

Εκεί, στις σελίδες 57-69 περιλαμβάνεται η έρευνα των Ανδρικοπούλου, Ζουμάρα, Κατεμή, Κωνσταντακοπούλου, Μυτιληναίου, Μπαρδάκου, Μπαρδάνη, Παπαγεωργίου και Χρονοπούλουπου, στην οποία αναφέρεται ο Φάνης Κακριδής.

Το θέμα της έρευνας είναι «η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα».
Πραγματικά έχει πολύ ενδιαφέρον.

Βρίσκεται σε αρχείο .pdf (597kb) εδώ: http://users.dra.sch.gr/symfo/sholio/e/a.seminario20-erevna_gia_arhea_elinika.pdf

imarg είπε...

Μια αντίστοιχη έρευνα που έχει δημοσιευθεί, αφορά την ίδια περίπου περίοδο και καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα είναι της Μαρίας Κοξαράκη. Στο παρακάτω link υπάρχει παρουσίαση του βιβλίου στην Καθημερινή από τον γλωσσολόγο Σ. Μοσχονά.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_19/05/2002_25143

sogar είπε...

Έχεις απόλυτα δίκιο. Ο Κακριδής στο ίδιο κείμενο την επικαλείται και παραπέμπει στο σχετικό βιβλίο.

as eon είπε...

Νομίζω ότι πρέπει να παρατεθούν αποσπάσματα από το κείμενο του Σπύρου Α. Μοσχονά στην Καθημερινή της 19-05-02.

Tα αρχαία στο Γυμνάσιο

Tι απέδειξε εμπειρική έρευνα για τη διδασκαλία τους σε σχολεία της Kρήτης
Του Σπύρου Α. Μοσχονά

Μαρία Κοξαράκη, Η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας της Ελληνικής Γλώσσας μέσα από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα: Εμπειρική έρευνα αξιολόγησης
Eκδ. Γρηγόρη, σελ. 108

Η κυρίαρχη άποψη θεωρεί απαραίτητη, προκειμένου να μάθουν τα Eλληνόπουλα «καλά ελληνικά», τη διδασκαλία στο Γυμνάσιο των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο.

Ακολουθώντας την άποψη αυτή, το πρόγραμμα του Γυμνασίου αλλάζει τη σχολική χρονιά 1992-93 με την εισαγωγή –«πειραματικά», υποτίθεται– της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα.

Η 1995-96 ήταν η μόνη που προσφερόταν για «πειραματική» αξιολόγηση της διδασκαλίας, αφού τη χρονιά αυτή στην Α΄ Λυκείου θα φοιτούσαν δύο κατηγορίες μαθητών, η «πειραματική ομάδα», δηλαδή όσοι μαθητές είχαν παρακολουθήσει το «πειραματικό» πρόγραμμα στο Γυμνάσιο, και η «ομάδα ελέγχου», δηλαδή όσοι μαθητές είχαν παρακολουθήσει το καθιερωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας της αρχαίας γραμματείας από μετάφραση.

Ωστόσο, ήδη από τη χρονιά 1993-94 η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα γενικεύεται για όλους τους μαθητές του Γυμνασίου, χωρίς βέβαια να έχει προηγηθεί και χωρίς ποτέ να ακολουθήσει επίσημη έρευνα αξιολόγησης. Η εσπευσμένη αυτή γενίκευση της διδασκαλίας υποδεικνύει ότι τα κίνητρα του υπουργείου Παιδείας και των υποστηρικτών του προγράμματος δεν ήσαν παιδαγωγικά αλλά ιδεολογικά.

O,τι δεν έπραξε το υπουργείο και οι «αρμόδιοι φορείς», το επιχειρεί η περιεκτική μελέτη της Μαρίας Κοξαράκη. Πρόκειται για διπλωματική εργασία που στην αρχική της μορφή κατατέθηκε στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Η έρευνα της Κοξαράκη διεκπεραιώνεται την ενδεδειγμένη σχολική περίοδο (1995-96) σ’ ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σχολείων της Κρήτης – θα ήταν υπερβολή να απαιτήσουμε πανελλαδική έρευνα από μία μεταπτυχιακή φοιτήτρια, όταν δεν την απαιτούμε από συλλογικά όργανα όπως το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Η Κοξαράκη συμπεραίνει ότι η πειραματική ομάδα, δηλαδή όσοι μαθητές είχαν παρακολουθήσει για τρία χρόνια στο Γυμνάσιο το «πειραματικό» πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας, δεν παρουσίασε καμία βελτίωση έναντι των μαθητών της ομάδας ελέγχου, δηλαδή των μαθητών που εξακολουθούσαν να διδάσκονται αρχαία κείμενα από μετάφραση, όσον αφορά το μορφολογικό επίπεδο της γλώσσας (κλίση, παραγωγή, σύνθεση).

Διαπιστώθηκε επίσης ότι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα επί τρία συναπτά έτη στο Γυμνάσιο δεν βελτίωσε τις επιδόσεις των μαθητών στα αρχαία ελληνικά στο Λύκειο. Στατιστικά σημαντική διαφορά έδειξε η πειραματική ομάδα μόνο στη διαχείριση συντακτικών και σημασιολογικών πληροφοριών σε επίπεδο πρότασης καθώς και στην κατανόηση λόγιων κειμένων και γνωμικών. Αυτά στα αστικά σχολεία.

Στα ημιαστικά σχολεία η βελτίωση των μαθητών της πειραματικής ομάδας ήταν ακόμη μικρότερη και περιορίστηκε στο μορφολογικό επίπεδο της γλώσσας.

Στα αγροτικά σχολεία οι μαθητές της πειραματικής ομάδας παρουσίασαν μέσους όρους επίδοσης χαμηλότερους από τους μέσους όρους των μαθητών της ομάδας ελέγχου. Τα πορίσματα για τα αγροτικά σχολεία επιβεβαιώνουν προηγούμενη, αδημοσίευτη έρευνα της Α. Φωτιάδου που διεξήχθη στον νομό Σερρών. Από τις δύο έρευνες τεκμαίρεται ότι η «πειραματική διδασκαλία» των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο είναι παράγοντας σημαντικής διαφοροποίησης εντός του υποχρεωτικού δημόσιου σχολείου, όχι μόνο γλωσσικής αλλά και κοινωνικής. Το συμπέρασμα είναι άτεγκτο. Το πρόγραμμα διδασκαλίας της ελληνικής από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα δεν ανταποκρίνεται στους στόχους που το ίδιο έχει θέσει• επιπλέον, είναι πρόξενος σημαντικών εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων.

O.έ.δ. Τα υπόλοιπα είναι λόγια, φληναφήματα, ιδεολογία, που καμία σχέση δεν έχουν με την εκπαιδευτική πραγματικότητα.