Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

γλώσσα και εθνική ταυτότητα (A. Heywood)

Το παρακάτω κείμενο – απόσπασμα τεκμηριώνει με σαφήνεια μία από τις αιτίες που κάνουν τα γλωσσικά ζητήματα τόσο φλέγοντα.

Μολονότι συγκεκριμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά συνδέονται συνήθως με την εθνική ταυτότητα, ιδιαίτερα η γλώσσα, η θρησκεία, ο εθνοτισμός, η ιστορία και η παράδοση, δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά ούτε και αντικειμενικά κριτήρια που να μπορούν να καθιερώσουν το πού και το πότε υπάρχει ένα έθνος.

Η γλώσσα συχνά θεωρείται πως είναι το πλέον ξεκάθαρο σύμβολο εθνικής ταυτότητας. Μια γλώσσα ενσωματώνει ξεχωριστές στάσεις, αξίες και τρόπους έκφρασης, που δημιουργούν μια αίσθηση οικειότητας και ένα αίσθημα «του ανήκειν». Ο γερμανικός εθνικισμός, παραδείγματος χάριν, παραδοσιακά στηρίχτηκε στην αίσθηση πολιτισμικής ενότητας, που αντανακλάται στην καθαρότητα και την επιβίωση της γερμανικής γλώσσας. Τα έθνη είναι επίσης πολύ ευαίσθητα σε οποιαδήποτε προσπάθεια διάλυσης ή απειλής της γλώσσα τους. Για παράδειγμα, η γλώσσα είναι εκείνο που κατά βάση διαιρεί τους γαλλόφωνους κατοίκους του Κεμπέκ από τον υπόλοιπο αγγλόφωνο Καναδά, ενώ και ο ουαλικός εθνικισμός στηρίζεται κυρίως στην έντονη προσπάθεια διατήρησης ή αναβίωσης της ουαλικής γλώσσας. Παράλληλα, υπάρχουν λαοί που μοιράζονται την ίδια γλώσσα, χωρίς όμως να έχουν κάποια αίσθηση κοινής εθνικής ταυτότητας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των Αμερικάνων, των Αυστραλών και των Νεοζηλανδών, που μπορεί να έχουν τα αγγλικά για μητρική γλώσσα, σε καμιά όμως περίπτωση δεν θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη του «αγγλικού έθνους». Άλλα έθνη απολαμβάνουν ένα συγκεκριμένο μέτρο εθνικής ενότητας, χωρίς όμως να έχουν κάποια εθνική γλώσσα, όπως στην περίπτωση της Ελβετίας, όπου λόγω της απουσίας ελβετικής γλώσσας, ομιλούνται τρεις γλώσσες: τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.

Andrew Heywood,
Πολιτικές Ιδεολογίες, Θεσσαλονίκη 2007, επίκεντρο, σελ. 293-294

3 σχόλια:

Θερσίτης είπε...

Είναι προφανές, Βασίλη, από τα παραδείγματα που αναφέρει ο Χέιγουντ αλλά και από δικά μας, ότι η γλώσσα που συνιστά μειονότητα λειτουργεί σαν στοιχείο εθνικού διαχωρισμού. Π.χ. Γαλλόφωνοι στο Κεμπέκ, Πομάκοι στη Θράκη, ελληνόφωνοι στην Καλαβρία κτό.

as eon είπε...

Θερσίτη,
ο Χέιγουντ δίνει και την άλλη διάσταση του ζητήματος σύμφωνα με την οποία η γλώσσα δεν αποτελεί κριτήριο έθνους και εθνικής συνείδησης (Αμερική, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ελβετία).

Σε κάθε περίπτωση η σύνδεση των εννοιών της γλώσσας και του έθνους δίνει μία εξήγηση γιατί τα γλωσσικά θέματα είναι τόσο φλέγοντα: αποκτούν πολιτική διάσταση.

Σχετικά με τα «δικά μας» νομίζω ότι, ήδη από την εποχή του Παπαρρηγόπουλου, η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης βασίστηκε περισσότερο στα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και λιγότερο στην ιδιότητα του πολίτη. Αυτό είχε συνέπεια να θεωρείται «καλός Έλληνας» όποιος τηρεί παραδόσεις και αποδίδει τιμές στο ένδοξο παρελθόν και όχι αυτός που είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι στην πολιτεία, όποιος φωνάζει ζήτω η μάχη των Θερμοπυλών και φοροδιαφεύγει και όχι αυτός που εξοφλεί τις υποχρεώσεις του αλλά ασκεί κριτική στο νέο μουσείο της Ακρόπολης και στις μεγάλες ιδέες του έθνους.

Σαφώς η έννοια του έθνους δεν έχει κοινά αποδεκτά κριτήρια. Η γλώσσα ως τέτοιο δημιούργησε σχιζοφρενικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, στην ιστορία του 20ου αι. η σλαβοφωνία θεωρήθηκε εθνική μειοδοσία και διώχθηκε, αν και ήταν πολλοί οι σλαβόφωνοι μακεδονομάχοι (Γκραικομάνοι), όπως ο καπετάν Κώττας, όχι όμως και η βλαχοφωνία, αν και υπήρξε η απόπειρα ίδρυσης του βλαχόφωνου «Πριγκιπάτου της Πίνδου» κατά την περίοδο της Κατοχής 1941-44.

Εν ολίγοις η γλώσσα συνδέεται με πολιτικά ζητήματα, αλλά η προσέγγισή τους είναι πολυδιάστατη. Είναι χαρακτηριστικό πως η πεποίθηση ότι γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αποτελεί στοιχείο για την καλύτερη γνώση και χρήση της νεοελληνικής έχει διεμβολίσει όλους τους πολιτικούς χώρους.

as eon είπε...

σχετικό κείμενο της Άννας Φραγκουδάκη στα Νέα, 22/08/2009 (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4532563)


Η γλώσσα και το έθνος

#Στη μακριά ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, στη σύγκρουση “δημοτική ή καθαρεύουσα”, δεν ήταν αντιμέτωπες μόνο δύο γλωσσικές θεωρίες, ήταν αντίπαλοι δύο διαφορετικοί εθνικισμοί.

#Τέλος του 19ου αιώνα, ο δημοτικισμός διαμορφώνει ένα διαφωτιστικό σχέδιο με στόχο μια νέα και μεγάλη Ελλάδα που συμβολίζει το εθνικιστικό και πολιτικό μανιφέστο του Ψυχάρη, Το Ταξίδι μου (1888).

#Το γιγάντιο ηθικό βάρος που έχει για τον Ψυχάρη η λέξη έθνος σχετίζεται με τον γαλλικό διαφωτισμό, είναι «πολιτικός έρως» που δεν μπορεί να υπάρχει όπου επικρατεί δεσποτισμός και τυραννία. «Δεν είμαι ένας, είμαι λαός. Δεν είμαι άνθρωπος, είμαι ιδέα. Δεν είμαι Γραικός, είμαι Εβρώπη» και «Εβρώπη» εννοεί την κληρονομιά που διεκδικεί εξίσου με την ελληνική αρχαιότητα, τη γαλλικής προέλευσης δημοκρατία «λεφτεριά, ισότη, αδερφοσύνη».

#Η πατρίδα για τον Ψυχάρη δεν είναι μητέρα «βιολογικών» τέκνων.
«Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό, ο άλλος σου παππούς ήτανε Χιώτης και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης», λέει στο Ταξίδι η γιαγιά του η Γιανούλα, και ρωτάει: πώς μπορείς «να φανερώσεις» τέτοια γενιά, όταν η «Εβρώπη σ΄ έχει απόγονο του Περικλή;» . Ο Ψυχάρης της απαντάει με καμάρι: «Πήραμε αίματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας [...] κ΄ έτσι πλουτίσαμε με δύναμη και νέα ζωή».

#Θεωρεί τον πατριωτισμό «των φαφλατάδων» προϊόν της απουσίας «προόδου και πολιτισμού», επίπτωση της καθυστέρησης και του εφησυχασμού, που αρκείται στη θαυμαστική ενατένιση των αρχαίων προγόνων.

#Διεκδικεί ακόμα την «επιστήμη» ως βάση της εθνικής προκοπής και την οικονομική εξέλιξη. Την ομιλούμενη ελληνική τη βλέπει κομμάτι της εθνικής αξιοπρέπειας, προϋπόθεση για την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου, αναγνώριση και εκτίμηση του εθνικού παρόντος, συμμετοχή για τη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος.

#Στο αντίπερα στρατόπεδο οι καθαρευουσιάνοι βλέπουν την αρχαιότητα σαν το μοναδικό καταφύγιο για την αξία της ελληνικότητας, που είναι «χυδαία» και «δουλική», και με πάθος κραυγάζουν: «Οι δημοτικισταί δεν είναι Έλληνες».

#Την αρχαιότητα σαν καταφύγιο εθνικής αξίας την καταγγέλλει ο Ψυχάρης και καλεί τους σύγχρονούς του Έλληνες «ν΄ αξιωθούμε» μια μέρα οι ερχόμενες γενιές «εμάς προγόνους να μας λεν».