Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

η αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία και το πρόβλημα της διδακτικής μεθόδου (Νίκος Δ. Βαρμάζης)

[...] Παρακολουθώντας κανείς την πορεία των ιδεών μπορεί να πει, χωρίς να παραδοξολογεί και να υπερβάλλει, ότι η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία (ΑΕΓΓ) στάθηκε βάρος δυσβάστακτο για τους ώμους των Νεοελλήνων, βάρος που προκαλεί και σήμερα πολλές εξάψεις και στρεβλώσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί. Σίγουρα το γλωσσικό ζήτημα υπήρξε ο σοβαρότερος λόγος. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι λόγοι, που συναρτώνται με ιδεολογικές ροπές. Το βέβαιο πάντως είναι ότι η ΑΕΓΓ με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από την εκπαίδευση δεν υπηρέτησε μόνο ανυστερόβουλες ιδεολογικές επιλογές αλλά και σκοπιμότητες και συμφέροντα κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων.

Η ΑΕΓΓ ως σχολικό μάθημα διδάχτηκε στο παρελθόν με μια μέθοδο που ανήκει στο οπλοστάσιο της παράδοσης. Βασικό γνώρισμα αυτής της μεθόδου στάθηκε η εμμονή στη γραμματική μορφή των κειμένων και όχι στο περιεχόμενό τους στο γράμμα και όχι στην ουσία, στη μεταγλώσσα και όχι στη γλώσσα. Κεντρικό γνώρισμα της μεθόδου υπήρξε η αντίληψη, σύμφωνα με την οποία «η γραμματική αναβιβάζεται εις δέσποιναν της αναγνώσεως αντί ταύτη να υπηρετή, η δ' ανάγνωσις, ήτοι οι αναγινωσκόμενοι συγγραφείς, υποβιβάζονται εις δούλους του συντακτικού» (Δ. Ζαγγογιάννη, Η των ημετέρων μαθητών γραμματική αβεβαιότης εν ταις αρχαίαις γλώσσαις και αι γραμματικαί ασκήσεις», Αθηνά 10, 1898, σελ. 47) [...]

Παρόμοια αλλά πολύ αναλυτικότερη είναι και η άποψη ενός άλλου, νεότερου παιδαγωγού, του Νικ. Εξαρχόπουλου, η παρουσία του οποίου υπήρξε αποφασιστική στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής από την αρχή ως τα μέσα του 20ου αιώνα. [...]

«Κατά την ερμηνείαν των αρχαίων συγγραφέων πολλοί των διδασκόντων περιπίπτουσιν εις την εξής μονομέρειαν. Την μεγίστην προσοχήν αυτών καταβάλλουσιν εις την γλωσσικήν του κειμένου επεξεργασίαν και όλη η φροντίς αυτών περιορίζεται εις το να αίρωσι πάσας τας λεξιλογικάς και συντακτικάς δυσχερείας, τας οποίας το εκάστoτε ερμηνευόμενον τμήμα παρέχει τοις μαθηταίς και να καθιστώσιν ούτως αυτούς ικανούς προς μετάφρασιν ή κατανόησιν του τμήματος τούτου. Άλλοι δεν περιορίζονται εις τούτο μόνον, αλλά φιλοτιμούνται να ανάγωσι τας εν τω κειμένω εμφανιζομένας γραμματικάς και συντακτικάς περιπτώσεις εις τους οικείους κανόνας και προσπαθούσιν ούτω να εντυπώσι τούτους βαθύτερον εν τη μνήμη των παίδων δι' επαναλήψεων και ασκήσεων. Τέλος άλλοι, και ούτοι είναι οι γεραίτεροι, χρησιμοποιούσι το πλείστον του χρόνου εις μάλλον εκτεταμένας γραμματικάς χαι συντακτικάς παρεκβάσεις. Λαμβάνοντες δηλαδή αφορμήν εκ γραμματικών και συντακτικών φαινομένων, απαντώντων εν τω κειμένω, εκτρέπονται εις διεξοδικάς γραμματικάς χαι συντακτικάς παρατηρήσεις, πολλάκις δε εξ ενός τύπου λαμβάνουσιν αφορμήν να ανασκοπήσωσιν ολόκληρον κεφάλαιον γραμματικής και εξ ενός συντακτικού φαινομένου ανακαλούσιν εις την μνήμην των μαθητών ολόκληρα τμήματα του συντακτικού. Η εργασία δ’ αύτη, η γνωστή υπό τα ονόματα τεχνολογία και σύνταξις, εις ουδεμίαν, ως εικός, ευρίσκεται σχέσιν προς το ερμηνευόμενον τμήμα, ουδέ συμβάλλεταί πως προς διαλεύκανσιν των εν αυτώ υπαρχουσών γλωσσικών δυσχερειών, αλλά κύριον και μόνον σκοπόν έχει την εφαρμογήν των γραμματικών και συντακτικών γνώσεων των μαθητών, την επανάληψιν και εντύπωσιν διδαχθέντων γραμματικών και συντακτικών κανόνων».
[...]

Η μεταρρύθμιση του 1964 ανέτρεψε αυτήν την κατάσταση και διαμόρφωσε νέα προοπτική για το μάθημα της ΑΕΓΓ, με τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας και των αρχαίων κειμένων από μετάφραση στη σχολική βαθμίδα του Γυμνασίου. Η αλλαγή όμως ήταν προσωρινή, διότι η στρατιωτική δικτατορία του 1967 επανέφερε την εκπαίδευση και τα αρχαία ελληνικά στη γραμμή της αρχαϊστικής παράδοσης, οι εκπρόσωποι της οποίας, ως τα εντελώς πρόσφατα χρόνια, εξακολουθούσαν να αισθάνονται περιφρόνηση προς τη νέα γλώσσα και την πνευματική δημιουργία του Νέου Ελληνισμού.

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το γενικότερο κλίμα ευνόησε μεταβολές και στο σχολικό χώρο. Η επίσημη αναγνώριση της νεοελληνικής γλώσσας το1976 και η διδασκαλία της σε όλες τις σχολικές βαθμίδες, αφενός, η διδασκαλία των αρχαίων κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο και ο περιορισμός της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη σχολική βαθμίδα του Λυκείου, αφετέρου, ενίσχυσαν αναντίρρητα τη θέση των νέων ελληνικών, αλλά δεν άλλαξαν τη διδακτική μέθοδο των αρχαίων ελληνικών. Το μάθημα, που επανήλθε από το 1992 και στο Γυμνάσιο, κολοβώνοντας το χρόνο της μεταφρασμένης αρχαίας ελληνικής γραμματείας, διδάσκεται και σήμερα ακόμη με την ίδια περίπου μέθοδο, και μάλιστα αυτή τη μέθοδο έχουν την τάση να μεταφέρουν οι φιλόλογοι και στη διδασκαλία των νέων ελληνικών. Όπως λοιπόν παλαιότερα, έτσι και σήμερα το «πλείστον του χρόνου» διατίθεται για τη γραμματική, το συντακτικό και την ορολογία τους. Για δύο συνεπώς αιώνες τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία διδάσκονται με στρεβλή μέθοδο, η οποία συνεπάγεται απώλεια χρόνου και συνοδεύεται από πολύ φτωχά αποτελέσματα, όπως αναγνωρίζεται από όλους.
Ν.Δ. Βαρμάζης,
Διδακτική των αρχαίων ελληνικών, Αθήνα, Πατάκης 2003, σελ. 41-44

Δεν υπάρχουν σχόλια: