Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Ενδογλωσσική ανισοτιμία


[…]
            Υποτίθεται ότι ύστερα από τη μεταδικτατορική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ΄70, το γλωσσικό μας ζήτημα βρήκε την οριστική του λύση προς όφελος της δημοτικής. Η λύση όμως αυτή παραμένει μερική και μάλλον τυπική, αν συνυπολογιστούν οι αυξανόμενες (μέσα στη δεκαετία του ΄80 και στη δεκαετία του ΄90) καταγγελίες για την ανεπάρκεια της ομιλούμενης γλώσσας, η πενία της οποίας προτείνεται να θεραπευθεί με έμμεση έστω αναγωγή της στην αρχαία ελληνική γλώσσα και στις νεότερες λόγιες παραλλαγές της.
Συμπέρασμα πρώτο και πρόχειρο: σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την ελληνική γλώσσα (σε μικρότερο ίσως βαθμό και την νεοελληνική λογοτεχνία), η αντίθεση ισχύος και ασθένειας παραμένει σταθερή· το γλωσσικό παρελθόν διεκδικεί τον τίτλο του ισχυρού, ενώ το γλωσσικό παρόν εκτιμάται ως ελλειμματικό και ασθενές.
            Η καθιέρωση ανισοτιμίας ανάμεσα στην αρχαία ελληνική και στη νέα ελληνική γλώσσα ελέγχεται και στη μεταφραστική μας θεωρία και πρακτική, καθώς αμφισβητείται, απολύτως ή σχετικώς, η μεταφρασιμότητα της πρώτης στη δεύτερη – ας πούμε της ισχυρότερης στην ασθενέστερη γλώσσα.
[…]
Το τελικό πόρισμα είναι ότι: η δογματική προσήλωση στην αξιολογική προτεραιότητα της γλώσσας-πηγή (την οποία οφείλει να υπηρετήσει και να μιμηθεί κατά το δυνατόν η γλώσσα στόχος) οδηγεί σε μια θεολογία της κλασικής γλώσσας και των κλασικών κειμένων, με την έννοια ότι εδώ προϋποτίθεται ένας αρχικός και πρότυπος Λόγος, η μετάφραση του οποίου, αν δεν είναι εξ ορισμού αδύνατη, παραμένει εξ αποτελέσματος γλωσσικά εξαρτημένη και πλημμελής.
[…]
…θα περίμενε κάποιος ότι, στον τόπο μας και στις μέρες μας, η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων θα ήταν ευκολότερη και ευτυχέστερη, εξαιτίας εσωτερικής συγγένειας, ή και συνέχειας, μεταφραζόμενης και μεταφραστικής γλώσσας. Στην πραγματικότητα όμως συνέβη το αντίθετο.
            Ακριβώς επειδή, βάσει της μακραίωνης ενδογλωσσικής ιδεολογίας για την οποία μίλησα, η νεοελληνική θεωρήθηκε πενιχρό αποβλάστημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αμφισβητήθηκε και η μεταφραστική της ικανότητα, ειδικότερα ως προς τα κλασικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας. Έτσι από καλός μεταφραστικός αγωγός, η δημοτική γλώσσα αντιμετωπίστηκε ως ιδιαζόντως κακός αγωγός. Αποτέλεσμα αυτής της ενδογλωσσικής ιδεοληψίας ήταν να αναπτυχθούν στη συντηρητική μεταφραστική θεωρία και πράξη του τόπου μας δύο, συμπληρωματικές μεταξύ τους, τάσεις: η δογματικότερη απέρριπτε εξαρχής τη δυνατότητα μετάφρασης των κλασικών κειμένων στη σύγχρονη νεοελληνική· η μετριοπαθέστερη θεώρησε τη συγκεκριμένη μεταφραστική παραγωγή λύση εκπαιδευτικής και μόνον ανάγκης, επιμένοντας ότι οι νεοελληνικές μεταφράσεις κλασικών κειμένων μεταφέρουν απλώς το νόημα του πρωτοτύπου, κατά κανένα όμως τρόπο δεν αποτελούν γλωσσικό και λογοτεχνικό ισοδύναμό του. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεταφραστική αυτή υποτίμηση της νεοελληνικής περιορίστηκε στην αρχαία γλώσσα και στα αρχαία ελληνικά κείμενά της, ενώ δεν επεκτάθηκε, εμφανώς τουλάχιστον, στις νεοελληνικές μεταφράσεις και της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας.
[…]
Τέλος, προϋπόθεση για τη μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων είναι η αποκαθήλωσή τους από τη συμβατική τους σταύρωση στο εικονοστάσι της κλασικής τελετουργίας. Διαφορετικά ο μεταφραστής ενδίδει είτε στον αποτρόπαιο τρόμο είτε στην παρακλητική προσευχή.

Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ενδογλωσσική ανισοτιμία στο "Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, 1999 (Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1997).

2 σχόλια:

Δημήτριος Τσαμαρδίνος, Θεσσαλονίκη είπε...

Παράκληση διορθώστε το δακτυλογραφικό λάθος που μεταφέρεται από αναμετάδοση σε α-ναμετάδοση, από μεταδιδακτορική σε μεταδικτατορική. Και τώρα επί της ουσίας: Την καταλυτική διαπίστωση του κ. Μαρωνίτη ότι "Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεταφραστική αυτή υποτίμηση της νεοελληνικής περιορίστηκε στην αρχαία γλώσσα και στα αρχαία ελληνικά κείμενά της, ενώ δεν επεκτάθηκε, εμφανώς τουλάχιστον, στις νεοελληνικές μεταφράσεις και της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας", μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε και να ζητήσουμε από τους πολέμιους της νεοελληνικής, να μεταφράσουν τον Σαίξπηρ στην αττική διάλεκτο, στο κλασσικό δηλαδή πρότυπο της γλώσσας μας. Τότε, θα προσχωρήσουμε όλοι μας στην άποψή τους. Όποιος λοιπόν πολέμιος έχει κότσια ιδού η Ρόδος. (Χρήσιμη η κλασσική μας παράδοση, εκτός των άλλων, και για το ότι είναι αρωγός στη νεοελληνική. Δεν νοείται όμως να αντικαταστήσουμε τη νεοελ-ληνική με την κλασσική μορφή της γλώσσας μας).

Vasilis Simeonidis είπε...

Μα, ποιος σοβαρός που ξέρει αρχαία θα κάνει τέτοια μετάφραση; :)

Απ' όσο γνωρίζω, μόνο ο Φάνης Κακριδής μας έδωσε τον Αστερίξ σε αττική διάλεκτο και δεν συντάσσεται με τους νεοκαθαρολόγους.

καλή χρονιά.